Και πάλι στο προσκήνιο ετέθη το θέμα των βρετανικών Βάσεων. Επί θέματος αρχής ορθώς διερωτάται κάποιος: Γιατί να μην είναι θετική η συμφωνία Λευκωσίας - Λονδίνου, από τη στιγμή που οι Ελληνοκύπριοι ιδιοκτήτες περιουσιών στις Βάσεις θα δικαιούνται να διαθέτουν όπως οι ίδιοι επιθυμούν τις περιουσίες τους; Βεβαίως, από την άλλην, υπάρχει και η αντίληψη ότι μπορεί να φύγει ο επί του εδάφους έλεγχος από τα δικά μας χέρια και να περάσει σε ξένα και ειδικότερα σε αγγλικά, οπότε να δημιουργηθούν συνθήκες Γιβραλτάρ. Δηλαδή να ζητήσουν οι Βρετανοί δημοψήφισμα για να κηρύξουν τις Βάσεις άπαξ και διά παντός δικά τους κρατικά εδάφη.
Επί του παρόντος, το σενάριο αυτό δείχνει να είναι απομακρυσμένο. Γιατί; Διότι, εάν οι Βρετανοί προχωρήσουν σε μια τέτοια κίνηση, αφενός αμφισβητούν την κεντρική τους θέση περί κυριαρχίας των Βάσεων, αφετέρου ανοίγουν τους ασκούς του Αιόλου όχι μόνο για το καθεστώς των Βάσεων αλλά και στο Κυπριακό. Και δεν υπάρχει στην παρούσα φάση λόγος για κάτι τέτοιο, αφού είναι ρυθμιστές του παιχνιδιού. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει πάντα να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά. Καχύποπτα, πάντως, διερωτάται ο πολίτης: Καλά, γιατί να μας επιτρέψουν οι Βρετανοί να διαθέτουμε τις περιουσίες μας;
Η απάντηση έχει ως εξής:
1. Ώς τώρα ασκούν επιρροή στην πολιτική ηγεσία. Απ' εδώ και μπρος επιδιώκουν να κερδίσουν τη θετική εκτίμηση της κυπριακή κοινής γνώμης, ώστε να ασκούν περισσότερη επιρροή, ειδικώς στο Κυπριακό.
2. Αντί να έχουν μέσα στα πόδια τους, δηλαδή στις Βάσεις, έναν «ελληνοκυπριακό μπελά», τώρα γεννάται η προσδοκία, ένεκα και της κρίσης, να πωληθούν οι περιουσίες σε ξένους και δη Βρετανούς.
3. Με τη συμφωνία, η οποία έχει διακρατικό χαρακτήρα, προσπάθησαν να επιβεβαιώσουν την κυριαρχία τους.
Και αναφερόμαστε στην κυριαρχία, διότι υπάρχει η αντίληψη που υποστηρίζει ότι οι Βρετανοί δεν διαθέτουν στις Βάσεις κρατική κυριαρχία. Με βάση το σύγχρονο διεθνές δίκαιο, η κυριαρχία των Άγγλων είναι «Συμβατική», καθότι οι δέσμες εξουσιών και οι δράσεις τους καθορίζονται ρητώς από τις Συνθήκες Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας για συγκεκριμένους στρατιωτικούς σκοπούς. Επί των εξουσιών αυτών υπάρχουν περιορισμοί και δεν είναι ανάλογες με εκείνες που διαθέτει ένα κράτος. Και εξηγούμε: Οι Βάσεις δεν έχουν ούτε χωρικά ύδατα ούτε εναέριο χώρο, ενώ ακόμη και στις υπερπτήσεις ή και στις περιπτώσεις πραγματοποίησης ασκήσεων ενημερώνουν την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία δίδει ή όχι τη συγκατάθεσή της. Είναι, δε, οι Βάσεις κατάλοιπο αποικιοκρατίας, από εκεί έλκουν την όποια κυριαρχία θεσμοθετήθηκε μέσα από τις Συνθήκες Εγκαθίδρυσης.
Όμως, το διεθνές δίκαιο σήμερα τονίζει ότι τα παράγωγα της αποικιοκρατίας δεν μπορούν να παράγουν δίκαιο, συνεπώς θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι εάν ανοίξει θέμα Βάσεων, η όποια παραμονή τους θα στηρίζεται μεν σε νέα διακρατική συμφωνία, χωρίς όμως χωριστή κυριαρχία. Διότι με βάση και πάλιν το διεθνές δίκαιο, το δικαίωμα της κυριαρχίας όπως και της αυτοδιάθεσης είναι αυθύπαρκτα και ανήκουν σε γηγενή πληθυσμό συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου, που κατοικεί σε αυτόν επί μακρόν και έχει αναπτύξει ιστορία και πολιτισμό. Και αυτό το δικαίωμα, δηλαδή της κυριαρχίας, το διαθέτει μόνο ο κυπριακός λαός. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν οι Βρετανοί να έχουν στην Κύπρο ούτε χωριστό δικαίωμα κυριαρχίας ούτε αυτοδιάθεσης, όπως στην παρούσα φάση δεν μπορούν να έχουν τέτοια δικαιώματα Τουρκοκύπριοι και έποικοι στο βόρειο κατεχόμενο τμήμα του νησιού.
Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι η περί «συμβατικής κυριαρχίας» αντίληψη, που υπόκειται στη γενικότερη κρατική κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, βάζει φρένο και στην πιθανότητα χωριστού μελλοντικού δημοψηφίσματος στις Βάσεις στη λογική του μοντέλου του Γιβραλτάρ.
Βεβαίως, όλ’ αυτά ανήκουν στη σφαίρα της θεωρίας, που είναι σημαντική για την ορθή άσκηση πολιτικής και στρατηγικής στο θέμα των Βάσεων, που προϋποθέτει ότι εμείς, ως Κυπριακή Δημοκρατία, πρέπει να αποφασίσουμε εάν θέλουμε να φύγουν και πώς Βάσεις ή να μείνουν και με ποιο καθεστώς. Επί του παρόντος οι Βρετανοί μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι…




