Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης δεν πρόσθεσε τίποτε το ουσιαστικό στη λειτουργία του Εθνικού Συμβουλίου, από όσα υποσχέθηκε προεκλογικά. Ούτε επιστημογνωμοσύνη πρόσθεσε ούτε οτιδήποτε που να δείχνει εις βάθος μελέτη των διεθνών, τοπικών και άλλων δεδομένων και να αποδεικνύει ότι το Εθνικό Συμβούλιο διαφεύγει εκείνης της στερεότυπης ενημέρωσης και ανταλλαγής απόψεων και εξελίσσεται σε όργανο χάραξης βραχυπρόθεσμης, μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης στρατηγικής, για αντιμετώπιση της τουρκικής αδιαλλαξίας και -κυρίως- κάμψης της.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποσχέθηκε, προεκλογικά, ότι η πρώτη προτεραιότητα, μετά την εκλογή του, θα ήταν η ετοιμασία σχεδίου λύσης από το Εθνικό Συμβούλιο, το οποίο θα κατετίθετο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Συμπληρώθηκαν δέκα μήνες από την εκλογή του και τέτοιο σχέδιο δεν είδαμε. Ούτε ο Νίκος Αναστασιάδης αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να εξηγήσει γιατί δεν εκπλήρωσε εκείνη την προεκλογική του δέσμευση. Ούτε ακούσαμε ποτέ αν όλοι εκείνοι οι διεθνολόγοι, τουρκολόγοι, αναλυτές, με τους οποίους υποσχέθηκε να επανδρώσει το Εθνικό Συμβούλιο, κατέθεσαν ποτέ ενώπιον του Σώματος μία πλήρη ανάλυση για το πώς προχωρεί το εθνικό θέμα, πώς συναρτώνται οι διεθνείς εξελίξεις, πώς μπορούν να βοηθήσουν στη λύση του προβλήματος, με ποιους πρέπει να συνάψει η Κύπρος στρατηγικές συμμαχίες, πώς κάμπτεται η τουρκική αδιαλλαξία.

Καφενές ήταν το Εθνικό Συμβούλιο, καφενές παραμένει. Συλλογική διαβούλευση δεν υπάρχει, συλλογική πολιτική δεν χαράσσεται, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας από μόνος του καταθέτει πρόταση κοινού ανακοινωθέντος, χωρίς καμία διαβούλευση με τις πολιτικές δυνάμεις, τις ενημερώνει εκ των υστέρων και γενικά πράττει όπως έπρατταν οι προκάτοχοί του.

Αντί σχεδίου λύσης, ο Πρόεδρος επιλέγει να εισέλθει στη διαπραγμάτευση ενός κοινού ανακοινωθέντος. Αλλά, τελικά, εισέρχεται σε ένα λαβύρινθο, απ΄ όπου δεν υπάρχει έξοδος. Το εγχείρημα αποτυγχάνει αφού, εν τω μεταξύ, η ελληνοκυπριακή πλευρά προτείνει διπλή κυριαρχία και διπλή ιθαγένεια. Η τουρκική πλευρά απορρίπτει και αυτές τις ελληνοκυπριακές υποχωρήσεις και το αδιέξοδο είναι γεγονός. Σαράντα χρόνια συζητήσεων στο Κυπριακό, καταλήγουμε και εμείς και ο διεθνής παράγοντας στη διαπίστωση ότι δεν συνομιλούμε για το ίδιο αντικείμενο! Διαφωνούμε για τη μορφή της λύσης. Και αναμένουμε από τη διεθνή κοινότητα να μας αναγνωρίσει δίκαιο, όταν η δική μας πλευρά έχει απεμπολήσει όλα τα δικαιώματά της και έχει προβεί σε τόσες παραχωρήσεις, οι οποίες οριοθετούν και τη μορφή της λύσης.

Σήμερα θα συνέλθει εκ νέου το Εθνικό Συμβούλιο. Για να κάμει τι; Να διαπιστώσει απλώς το αδιέξοδο; Να επιμείνει στην έκδοση κοινού ανακοινωθέντος; Να αποφασίσει σχέδιο Β; Μα, ο Υπουργός Εξωτερικών, πρόσφατα, δήλωσε ότι δεν υπάρχει σχέδιο Β. Να χαράξει νέα στρατηγική; Αλλά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιμένει στη συνέχιση μίας πολιτικής η οποία χρεοκόπησε. Τι θα κάμει, επιτέλους, το Εθνικό Συμβούλιο; Απλώς θα ενημερωθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι πολιτικοί αρχηγοί θα εκφράσουν τις γνωστές θέσεις τους, θα βγουν έξω, και ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος θα κάμει μία δήλωση τύπου «επικράτησε πλήρης συναντίληψη και ομοφωνία».

Έτσι, πάντα, περνούσε ο καιρός, έτσι περνά και τώρα. Κάπου θα βρεθεί ο από μηχανής θεός που θα δώσει μία πρόχειρη διέξοδο έτσι, ώστε να συνεχισθεί ο κουνουσμάς 40 χρόνων.
Με τέτοιες, όμως, πρακτικές και προχειρότητες, ούτε λύση θα εξευρεθεί ούτε η τουρκική αδιαλλαξία κάμπτεται. Ούτε ο ΟΗΕ ούτε η Ε.Ε. ούτε κανένας άλλος πρόκειται να έλθουν και να καταλογίσουν ευθύνες στην τουρκική πλευρά. Απαιτούνται πολιτικό θάρρος, διορατικότητα και αναζήτηση νέων στρατηγικών. Διαφορετικά, η ελληνοκυπριακή πλευρά θα βρίσκεται ενώπιον συνεχών αδιεξόδων και θα αποτελεί θλιβερό ουραγό των εξελίξεων.