«Όλες οι πλευρές πρέπει να κάνουν υποχωρήσεις, στο ένα ή το άλλο σημείο, για να μπορέσουν να επιτευχθούν συμβιβασμοί. Η τύχη της Κύπρου δεν επιτρέπεται τώρα να εξαρτηθεί από λεπτομέρειες», ανέφερε στην ομιλία του, στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς. Δυστυχώς, όλοι οι ξένοι αξιωματούχοι έτσι αντιλαμβάνονται το κυπριακό πρόβλημα. Πρόβλημα «λεπτομερειών» και πρόβλημα αμοιβαίων υποχωρήσεων των δύο πλευρών (ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής).

Αλλά ούτε ο κ. Σουλτς ούτε κανένας άλλος δεν εξήγησαν ποτέ, σε αυτόν τον λαό, πώς ερμηνεύουν τις «λεπτομέρειες». Διότι κανένας απ' όλους αυτούς δεν θα δεχόταν ποτέ, εάν υπήρχε στην πατρίδα του ξένη στρατιωτική κατοχή, να μιλούσε για «λεπτομέρειες». Κανένας δεν θα αποδεχόταν να κάνει υποχωρήσεις η χώρα του, προκειμένου να υπάρξει κατευνασμός του εισβολέα. Το Κυπριακό, η ουσία και η λύση του, δεν αποτελεί «λεπτομέρεια». Αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής, συνιστά έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, έγκλημα εθνοκάθαρσης και εποικισμού, και δεν νομιμοποιείται κανένας Σουλτς, κανένας Ευρωπαίος, ή μη, αξιωματούχος να το θεωρεί «λεπτομέρεια».

Δεν αδικούμε, όμως, ούτε φορτώνουμε την ευθύνη αυτής της προκλητικής θεώρησης στους ξένους. Είναι αποκλειστικά ευθύνη των δικών μας ηγετών. Αυτοί είναι που κατέστησαν ένα διεθνές έγκλημα, δικοινοτική διαφορά. Αυτοί απάλλαξαν την Τουρκία κάθε ευθύνης, ενώ όφειλαν να την οδηγήσουν στο Διεθνές Δικαστήριο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Αυτοί, δι' έργων και διά λόγων, εμπέδωσαν στους ξένους την ισχυρή άποψη ότι το πρόβλημα είναι διαφορά Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Είναι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, ο οποίος μόλις πρόσφατα εξέφρασε δυσφορία, επειδή στο προσφυγικό πρόβλημα οι Ευρωπαίοι εταίροι τον έφεραν σε σύγκρουση με την Τουρκία, κάτι, είπε, που δεν επιθυμούσε. Είναι οι ηγέτες μας οι οποίοι, επανειλημμένα, δηλώνουν πως «πρέπει να ικανοποιήσουμε τις ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων». Και είναι οι ίδιοι οι ηγέτες μας οι οποίοι, αντί να μεριμνούν και να διεκδικούν ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων από την Τουρκία των 80 εκ. και η οποία διαθέτει έναν εκ των ισχυρότερων στρατών του ΝΑΤΟ, αντιμετωπίζουν με συμπάθεια και κατανόηση την «ανασφάλεια» που αισθάνονται οι Τουρκοκύπριοι.

Όταν λοιπόν αυτή η εξωφρενική πολιτική, αυτή η εγκληματική απαλλαγή της Τουρκίας από κάθε ευθύνη, αυτή η σχιζοφρενική αντίληψη, πως όταν επιλύσουμε τις διαφορές μας με τους Τουρκοκυπρίους, λύεται και το Κυπριακό, αυτή η ανιστόρητη και επικίνδυνη φιλοσοφία, πως η Τουρκία ξεδοντιάζεται και τα επιδρομικά σχέδιά της κατά του κυπριακού Ελληνισμού ακυρώνονται διά παντός, εάν εμείς τα βρούμε με τον Ακιντζί ή τον Ταλάτ, είναι φυσικό να εμπεδώνεται και ανάμεσα στους ξένους. Η σθεναρή διεκδίκηση του δικαίου ευνουχίζεται, καταργείται και θυσιάζεται στον βωμό των επικίνδυνων προσωπικών και κομματικών φιλοσοφιών, και της προσωπικής και κομματικής αυτοδικαίωσης, πότε των ηγετών του ΑΚΕΛ και πότε των ηγετών του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Οι ξένοι, συνεπώς, δεν πράττουν τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνουν τις επικίνδυνες θεωρήσεις και φιλοσοφίες των δικών μας ηγετών. Είναι και δέκτες και πομποί των πολιτικών και των επιλογών των δικών μας ηγεσιών. Δεν είναι οι πρώτοι ένοχοι. Αυτά τους έμαθαν οι ηγεσίες μας, αυτά παπαγαλίζουν, και γι' αυτές τις επικίνδυνες πολιτικές πληρώνει ο λαός μας. Και θα πληρώσει ακόμη βαρύτερο τίμημα -ίσως το τελευταίο και χαριστικό- στο άμεσο μέλλον...