Η Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να αποτρέψει την ενδεχόμενη διάλυσή της, με την απειλούμενη αποχώρηση της Βρετανίας, ικανοποίησε, σε μεγάλο βαθμό, τις αξιώσεις του Ντέιβιντ Κάμερον, όσον αφορά τις προϋποθέσεις παραμονής της χώρας στην Ε.Ε. Κατά τραγική, ή ευτυχή ειρωνεία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ευρέθησαν στην ίδια μοίρα με τον Νίκο Αναστασιάδη και τον Αλέξη Τσίπρα.

Υποχρεώθηκαν να διαπραγματευθούν με το πιστόλι στον κρόταφο. Και να ενδώσουν. Ευρισκόμενη ενώπιον τεραστίων προβλημάτων, τα οποία απειλούν, κατά τους ίδιους τους ηγέτες της, την ίδια την ύπαρξή της -οικονομική κρίση, μεταναστευτικό, αποφάσεις ηγετών κρατών μελών της, οι οποίες ευρίσκονται σε πλήρη διάσταση με το ευρωπαϊκό δίκαιο-, η Ε.Ε. υποχρεώθηκε να αποτρέψει την περαιτέρω διάσπαση και αποσύνθεσή της, με την αποδοχή των όρων της Βρετανίας.

Είναι και αυτό χαρακτηριστικό δείγμα της διάσπασης μεγάλων και μικρών κρατών. Στις περιπτώσεις της μικρής Ελλάδας και της μικρής Κύπρου, οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξάντλησαν όλη τη σκληρότητά τους, αφού εγνώριζαν ότι ούτε η αποχώρηση της Ελλάδας ούτε η αποχώρηση της Κύπρου θα δημιουργούσε κινδύνους για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Στην περίπτωση της Βρετανίας, όμως, άλλες παράμετροι ίσχυσαν. Ενδεχόμενη αποχώρηση της Βρετανίας θα αποτελούσε, πιθανόν, την αρχή του τέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στο σημείο αυτό, όμως, αξίζει να συγκρίνουμε και σθένος και αποφασιστικότητα ηγετών. «Θα παλέψω για τη Βρετανία», «Αγαπώ τη Βρετανία περισσότερο από τις Βρυξέλλες», είχε δηλώσει ο Κάμερον, προτού αρχίσει η μεγάλη διαπραγματευτική μάχη. Και δεν έμεινε στα λόγια. Το απέδειξε και στην πράξη.

Τι έκαμαν, όμως ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Αναστασιάδης; Ο μεν πρώτος πήγε στη διαπραγμάτευση γυμνός από επιχειρήματα, με μία πατρίδα ήδη χρεοκοπημένη και ευρισκόμενη προ του φάσματος της πλήρους καταστροφής. Προσπάθησε με φραστικούς παλληκαρισμούς να αμυνθεί, υποτιμώντας τη νοημοσύνη των σκληρών ηγετών που είχε απέναντί του. Στην ίδια περίπου κατάσταση και ο Νίκος Αναστασιάδης.

Αφού προέβη σε σειρά «προειδοποιήσεων» προς τους εταίρους, πως «δεν θα ανεχθεί καν να τεθεί θέμα κουρέματος στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων» και δεσμευόμενος χιλιάκις ενώπιον του λαού του ότι δεν θα αποδεχθεί κούρεμα, τελικά μετέβη στις Βρυξέλλες γυμνός και απροετοίμαστος, και υπετάγη στην πρώτη απειλή. «Έφυγα αξιόπιστος και επέστρεψα αναξιόπιστος», ομολόγησε ο ίδιος.

Και επιχειρώντας να δικαιολογηθεί στον απατημένο λαό του, κλαυθμήρισε: «Μου έβαλαν το πιστόλι στον κρόταφο». Σήμερα, και αφού συνήλθε από τον συγκλονισμό της ταπείνωσης και της καταστροφής της οικονομίας της χώρας, μας τα αλλάζει. Και θριαμβολογεί ότι η αποδοχή των όρων καταστροφής αποτελεί δείγμα γενναιότητας και έσωσε την Κύπρο!

Ούτε ο Αλέξης Τσίπρας ούτε ο Νίκος Αναστασιάδης πάλεψαν για την Ελλάδα και την Κύπρο. Ούτε έδειξαν, όπως ο Κάμερον, ότι αγαπούν την Ελλάδα και την Κύπρο περισσότερο από τις Βρυξέλλες. Δεν αισθάνθηκαν ότι αποτελούν εθνικούς ηγέτες, αλλά τουλάχιστον ο δεύτερος αποδεικνύει, μέχρι σήμερα, ότι αγαπά τις Βρυξέλλες περισσότερο από την Κύπρο.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπερισχύει, πλέον, η «αγάπη» των κρατικών ηγετών προς τη χώρα τους και όχι προς την ευρισκόμενη υπό διάλυση Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναδεικνύεται, εκ νέου, ως πρώτος παράγοντας το συμφέρον του κράτους και του έθνους. Όχι το συλλογικό ευρωπαϊκό συμφέρον και η κοινοτική αλληλεγγύη. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ευρίσκεται, ακόμη, εκτός πραγματικότητας και πιστεύει σε ανύπαρκτα ευρωπαϊκά οράματα.

Τον ερωτούμε: Είναι βέβαιος ότι η Ε.Ε. θα σταθεί δίπλα του σε μία ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού, η οποία θα αποτελεί εξόφθαλμη παραβίαση του ευρωπαϊκού δικαίου και των ευρωπαϊκών αξιών; Ή προκειμένου να τερματίσει έναν πονοκέφαλο και να υποβοηθήσει την ένταξη της Τουρκίας, θα κλείσει τα μάτια και θα λησμονήσει τις αξίες της;