Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει μερικά πολύ σημαντικά χαρτιά και συγκριτικά πλεονεκτήματα που οφείλει, επιτέλους, να τα αξιοποιήσει και να τα χρησιμοποιήσει αντί να αναμένει επί ματαίω πως, κάποτε, η κατοχική Τουρκία θα συναινέσει σε λύση. Πρώτα απ’ όλα η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης, που φαίνεται να προσγειώνεται από τις ψευδαισθήσεις του για τον εγκάθετο της τουρκικής κατοχής, επανήλθε, τουλάχιστον λεκτικά, στη θέση για ευρωπαϊκή λύση, όπως άλλωστε και ο Αβ. Νεοφύτου. Παρά τις αδυναμίες και τα προβλήματα, τις κρίσεις και τις δυσκολίες, η ΕΕ είναι μία μεγάλη και υπολογίσιμη δύναμη στις διεθνείς σχέσεις. Η Κύπρος είναι μικρή μεν αλλά αυτό δεν έχει τόση σημασία όσο να είναι σοβαρή, υπεύθυνη, αξιόπιστη και συνεπής στις διεκδικήσεις της.

Από την άλλη είναι οι τριμερείς συνεργασίες και συμμαχίες που η Κυπριακή Δημοκρατία συνήψε ή συνάπτει με φίλες γειτονικές χώρες. Και εννοούμε πρώτα απ’ όλα το Ισραήλ και, φυσικά, την Αίγυπτο, την Ιορδανία ακόμα και με τον Λίβανο, χωρίς να παραγνωρίζουμε ποσώς τις αδελφικές σχέσεις με την Ελλάδα, προς την οποία ο κυπριακός Ελληνισμός προσβλέπει πάντα, ανεξάρτητα από προβλήματα ή εμμονές διαφόρων για αποκοπή του ομφάλιου λώρου που μας ενώνει. Αυτές οι τριμερείς συνεργασίες εστιάζονται στην ασφάλεια, στην ενέργεια, στην άμυνα και ύστερα σε άλλους τομείς της οικονομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Πέραν αυτών είναι οι ασύμμετρες απειλές που αφορούν όλες τις χώρες της Αν. Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Αναφερόμαστε στην τρομοκρατία, στα ναρκωτικά, στο δουλεμπόριο του οποίου σήμερα είμαστε μάρτυρες, το νερό, το περιβάλλον, κ.λπ.

Η σημαντικότερη, όμως, παράμετρος που συνέχει τη συνεργασία των χωρών μας είναι η ασφάλεια. Αυτή επηρεάζεται και από την εντεινόμενη αστάθεια και τις συγκρούσεις στην περιοχή μας, όπως και από ηγεμονικές βλέψεις και φιλοδοξίες δυνάμεων. Η Τουρκία έχει καθαρά επεκτατική εξωτερική πολιτική με ηγεμονικές προσλήψεις. Από τα «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες» κατάντησε να έχει προβλήματα και κρίσεις με όλους τους γείτονες. Η ασφάλεια συναρτάται προς στρατιωτική και οικονομική ισχύ. Οι άλλες χώρες και ειδικά το Ισραήλ και η Αίγυπτος έχουν στρατιωτική ισχύ που η Κύπρος δεν διαθέτει, επειδή οι κυβερνήσεις της υποτίμησαν αυτήν την ισχύ. Είναι εύκολο να λέγει ο υπουργός Άμυνας ότι η Κύπρος μπορεί να είναι «παραγωγός ασφάλειας», αλλά όχι με τα λόγια. Με στρατιωτικά έργα.

Συναφής προς τα πιο πάνω και άρρηκτα συνδεδεμένη είναι η αναζητούμενη λύση στο Κυπριακό. Αφ’ εαυτής, η διζωνική είναι τουρκογενής με αγγλική επίνευση. Το αναλύσαμε και άλλοτε, επιμένουμε και σήμερα: Η επιδιωκόμενη διζωνική ευνοεί μόνο τον τουρκικό επεκτατισμό και τον βρετανικό ιησουιτισμό. Όχι τους Κυπρίους, Έλληνες και Τούρκους. Από καιρό, τουλάχιστον οι Ισραηλινοί, με έμμεσο τρόπο, φέρονται να υπέδειξαν στη Λευκωσία πως θα ενοχλούνταν πάρα πολύ από μια διζωνική λύση που θα επέτρεπε διαιώνιση ή κυρίαρχο ρόλο στην τζιχαντιστική Τουρκία επί της νήσου. Την ίδια αντίληψη θεωρούμε ότι πρέπει να έχει και η Αίγυπτος. Ισραήλ και Αίγυπτος αντιμετωπίζουν με ακραία καχυποψία και ενόχληση τους τουρκικούς σχεδιασμούς και μεγαλοϊδεατισμούς στην περιοχή μας. Πόσω μάλλον η Τουρκία να συνεχίσει να έχει ρόλο στην Κύπρο μετά από μια πιθανή λύση διζωνικής ομοσπονδίας. Προειδοποιούμε ξανά τον πρόεδρο Αναστασιάδη και την πολιτική ηγεσία: Η επιδιωκόμενη λύση ενδιαφέρει και όλα σχεδόν τα κράτη της περιοχής για πολλούς και διάφορους λόγους. Ιδιαίτερα τους φίλους μας. Όχι μόνο τις εμπλεκόμενες μεγάλες δυνάμεις.