Σύμφωνα με δημοσίευμα στον «Φιλελεύθερο», η Μόνιμη Επιτροπή Τυποποίησης Γεωγραφικών Ονομάτων, με επιστολή της προς το Υπουργείο Εξωτερικών, εισηγείται τη διενέργεια ποινικής έρευνας για παραβίαση της νομοθεσίας που διέπει τα γεωγραφικά τοπωνύμια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Καταγγέλλει τη λεγόμενη Τεχνική Επιτροπή για την Πολιτιστική Κληρονομιά, στην οποία μετέχουν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, ότι σε πρόσφατη έκδοσή της, χρησιμοποιούνται τα παράνομα τοπωνύμια για κατεχόμενα χωριά μας. Συγκεκριμένα, τα ελληνικά χωριά, Κώμη Κεπήρ, Καλογραία, Φιλιά, Συριανοχώρι, Λευκόνοικο, Κυθρέα, Αφάνεια, Τραχώνι, Μύρτου και Άσσια αναφέρονται με τις τουρκικές ονομασίες που τις επέβαλε ο τουρκικός στρατός.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η αλλοίωση γεωγραφικών ονομάτων και τοπωνυμίων και η παράνομη έκδοση, εισαγωγή, κυκλοφορία, προσφορά, διανομή κ.ά. συνιστούν ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι τριών ετών, ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 50 χιλιάδες ευρώ, ή και τις δύο ποινές, με όλα τα έγγραφα του αδικήματος να υπόκεινται σε κατάσχεση και καταστροφή.
Κατόπιν όλων αυτών και εάν εξακριβωθεί η αλήθεια της καταγγελίας, αναμένουμε να δούμε τι θα πράξει το Υπουργείο Εξωτερικών, η Αστυνομία και η Γενική Εισαγγελία. Διότι, αν πράγματι συνέβη αυτό που καταγγέλλει η Επιτροπή Τυποποίησης Γεωγραφικών Ονομάτων, αποτελεί πράξη η οποία δεν διαφέρει και πολύ από αναγνώριση και προβολή της τουρκοποίησης, και διά της βίας αλλαγή των ιστορικών τοπωνυμίων ελληνικών χωριών. Αναμένουμε, ακόμη, να ακούσουμε τις τοποθετήσεις της λεγόμενης Τεχνικής Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά και πώς δικαιολογεί την έκδοση του συγκεκριμένου εγγράφου. Σε ποιον ανήκε η ιδέα της επιλήψιμης αυτής ενέργειας, και γιατί τα ελληνικά μέλη της Επιτροπής την υιοθέτησαν αδιαμαρτύρητα. Συμβάλλει αυτή η ενέργεια στην επαναπροσέγγιση των δύο κοινοτήτων, ή ενεργεί αντίθετα, κάτι που αποτελεί πρόκληση και ασέβεια προς την ελληνοκυπριακή πλευρά;
Αυτές οι λεγόμενες δικοινοτικές Επιτροπές Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Πολιτισμού, κ.ά. έχουν προκαλέσει όχι λίγες φορές το αίσθημα των Ελληνοκυπρίων με τις άστοχες αποφάσεις τους. Πρόσφατη περίπτωση, η παράσταση του Ιππόλυτου στο κατεχόμενο αρχαίο θέατρο της Σαλαμίνας, κάτω από την μπότα του Τούρκου κατακτητή, και κατόπιν «αδείας» που παραχώρησαν οι κατοχικές «αρχές». Τώρα έρχεται στην επιφάνεια και η -με ελληνική συνδρομή και συναίνεση- αλλαγή των τοπωνυμίων κατεχομένων χωριών μας.
Τέτοιες ενέργειες δεν έχουν κανένα στόχο επαναπροσέγγισης, ακόμη και αν χάριν συζητήσεως, δεχθούμε ότι είναι δυνατή η επαναπροσέγγιση, υπό συνθήκες κατοχής. Η επαναπροσέγγιση των δύο κοινοτήτων πρέπει να γίνεται προς αμοιβαίο όφελος και όχι εις βάρος των πραγματικοτήτων, της συγκάλυψης της τουρκικής κατοχής, ή ακόμη και της προσφοράς ευκαιριών στο κατοχικό καθεστώς να προβληθεί ως προστάτης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πολύ περισσότερο, όταν γίνονται αποδεκτές παράνομες πράξεις του και προβάλλονται ως αποδοχή της τουρκοποίησης ελληνικών περιοχών.
Τέτοιες ενέργειες δεν υποβοηθούν την επαναπροσέγγιση. Την εκθέτουν. Και επειδή, φαίνεται ότι η τουρκική πλευρά τις θεωρεί ως ενισχυτικές της επιδίωξής της να προβάλει, προς τον έξω κόσμο, τον δήθεν δημοκρατικό χαρακτήρα του ψευδοκράτους, χρήσιμο θα ήταν αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επανεξέταζε τον ρόλο και την αποστολή αυτών των Επιτροπών. Είτε λανθασμένες εντολές τους έχουν δοθεί, είτε έχουν υπερβεί κατά πολύ τον ρόλο και την αποστολή τους...




