Μετά τον Υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας Φίλιπ Χάμοντ και ο εδώ Πρεσβευτής της χώρας του διέψευσε πανηγυρικά τον ισχυρισμό της κυπριακής κυβέρνησης, πως η Βρετανία δέχεται να εγκαταλείψει τον εγγυητικό της ρόλο στην Κύπρο.
Να υπενθυμίσουμε ότι κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψης του Προέδρου της Δημοκρατίας στο Λονδίνο και τις συνομιλίες που είχε με τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Κάμερον, ήλθε η Κυβέρνηση και δήλωσε πως η Βρετανία αποδέχεται να τερματίσει της εγγυήσεις της. Πουθενά, όμως, δεν έγινε τέτοια δήλωση από τον κ. Κάμερον, είτε από το Φόρεϊν Όφις, που να επιβεβαιώνει τέτοια βρετανική επιθυμία.
Ακολούθησε η δήλωση του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών Φίλιπ Χάμοντ, ο οποίος, σε δημόσια τοποθέτησή του, ανέφερε επί λέξει: «Είμαστε ασφαλώς μία από τις εγγυήτριες δυνάμεις του Συντάγματος της Κύπρου, και είμαστε εντελώς ευέλικτοι αναφορικά με τον μελλοντικό μας ρόλο και τη σχέση με την Κύπρο επ' αυτού του θέματος. Αν βοηθά, θα εξετάσουμε οποιαδήποτε αλλαγή συμφωνήσουν τα εμπλεκόμενα μέρη».
Ξεκάθαρη η δήλωση. Η Βρετανία δεν αποποιείται του ρόλο της εγγυήτριας δύναμης. Είναι διατεθειμένη να εξετάσει (όχι να αποδεχθεί) τέτοιο θέμα, εάν τα εμπλεκόμενα μέρη στο Κυπριακό (δηλαδή και η τουρκοκυπριακή ηγεσία και η Τουρκία), μαζί με την ελληνοκυπριακή πλευρά, συμφωνήσουν επ' αυτού. Αλλά επειδή και η Τουρκία και ο Μουσταφά Ακιντζί θεωρούν κόκκινη γραμμή τη διατήρηση των εγγυήσεων, τέτοιο εκ συμφώνου αίτημα δεν πρόκειται να υποβληθεί ποτέ.
Μετά τον Φίλιπ Χάμοντ, ήλθε και ο εδώ Πρέσβης της Βρετανίας Ρικ Τοντ, να επαναλάβει τα ίδια. Ο κ. Τοντ συναντήθηκε χθες με τον Πρόεδρο του Δημοκρατικού Συναγερμού και όταν ο κ. Νεοφύτου ερωτήθηκε ποια ήταν η θέση του κ. Τοντ στο θέμα των εγγυήσεων, απάντησε ως εξής: «Ο Ύπατος Αρμοστής επανέλαβε τη γνωστή διακηρυγμένη αγγλική θέση. Ότι οι ίδιοι οι Άγγλοι δεν έχουν συγκεκριμένη θέση, είτε να κρατήσουν, είτε να απαλλαγούν από τον ρόλο της εγγυήτριας δύναμης. Αν τα συμβαλλόμενα μέρη τους ζητήσουν να παραμείνουν ως εγγυητές, θα το συζητήσουν».
Η Βρετανία, λοιπόν, σύμφωνα με επανειλημμένες δηλώσεις αξιωματούχων της, και κυρίως του Υπουργού Εξωτερικών της, τονίζει ότι μόνο εάν της το ζητήσουν τα συμβαλλόμενα μέρη στο Κυπριακό θα εξετάσει το θέμα. Από μόνη της, δεν προτίθεται να αποποιηθεί των εγγυητικών της δικαιωμάτων.
Γιατί, λοιπόν, και χάριν ποίων σκοπιμοτήτων η κυπριακή κυβέρνηση έσπευσε να παραπληροφορήσει τον κυπριακό λαό, ότι η Βρετανία αποδέχεται τερματισμό των εγγυητικών της δικαιωμάτων; Απλώς για να πουλήσει ψεύτικη αισιοδοξία στους πολίτες, πως τάχατες το θέμα των εγγυήσεων είναι λυμένο, άρα είναι και πιο κοντά στη λύση το Κυπριακό; Για να αποσπάσει χειροκροτήματα από τον λαό, ως η μόνη κυβέρνηση που επέτυχε να λύσει, ως διά μαγείας, αυτό το φλέγον θέμα; Ή για να υποχρεώσει την Τουρκία να συναινέσει και αυτή σε εγκατάλειψη των δικών της εγγυήσεων;
Όποιος και αν ήταν ο στόχος της, τελικά απέβη μπούμερανγκ. Οι επίσημες δηλώσεις των Βρετανών αξιωματούχων καταρρίπτουν την εντύπωση, ή μάλλον τη βεβαιότητα, που καλλιέργησε η Κυβέρνηση όσον αφορά το θέμα αυτό. Η Κυβέρνηση δεν εκτίθεται απλώς μόνο ενώπιον του κυπριακού λαού. Εκτίθεται και ενώπιον άλλων κρατών και ξένων συνομιλητών της, ότι είτε παραπληροφορεί επί των θέσεων ξένων κυβερνήσεων, είτε διαρρέει εμπιστευτικές συνομιλίες ξένων αξιωματούχων με δικούς της αξιωματούχους. Είτε στη μία, είτε στην άλλη περίπτωση, όσα λέγει είναι λόγια του αέρα...




