Τι μας είπε η Κυβέρνηση, μετά την επίσκεψη του Προέδρου Αναστασιάδη στο Λονδίνο και τις συνομιλίες που είχε εκεί με τον Βρετανό Πρωθυπουργό; Μας είπε ότι η Βρετανία έχει αποδεχθεί να μην αποτελεί εγγυήτρια δύναμη του κράτους που θα προκύψει από τη λύση.

Αλλά πουθενά, σε καμία επίσημη ανακοίνωση της βρετανικής κυβέρνησης δεν αναφέρεται τέτοια εξέλιξη, η οποία να επιβεβαιώνει τις κυβερνητικές δηλώσεις. Και καμία προφορική δήλωση δεν μπορεί να ακυρώνει ολόκληρη Συνθήκη Εγγυήσεως, η οποία περιλαμβάνεται στις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Οι διεθνείς Συνθήκες δεν ακυρώνονται με λόγια του αέρα, τα οποία είναι και αυτά αμφίβολο εάν ελέχθησαν. Ούτε και η βρετανική διπλωματία έχει δώσει δείγματα, ερασιτεχνικής συμπεριφοράς και πρόχειρων χειρισμών.

Όμως, η πραγματική θέση του Λονδίνου είναι αυτή που διατύπωσε ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Φίλιπ Χάμοντ, σε χαιρετισμό του σε συνέδριο των «Συντηρητικών Φίλων της Κύπρου». Θέση η οποία διαφέρει ουσιωδώς από την εικόνα που έδωσε η κυπριακή κυβέρνηση. Δήλωσε συγκεκριμένα: «Είμαστε ασφαλώς μία από τις εγγυήτριες δυνάμεις του Συντάγματος της Κύπρου, και είμαστε εντελώς ευέλικτοι αναφορικά με τον μελλοντικό μας ρόλο και τη σχέση με την Κύπρο, επ' αυτού του θέματος. Αν βοηθά, θα εξετάσουμε οποιαδήποτε επιλογή συμφωνήσουν τα εμπλεκόμενα μέρη».

Ο Φίλιπ Χάμοντ σε καμία περίπτωση δεν μίλησε για εγκατάλειψη του εγγυητικού ρόλου της Βρετανίας. Είπε απλώς ότι η Βρετανία «θα είναι ευέλικτη» και πως θα εξετάσει (όχι να αποδεχθεί), οποιαδήποτε επιλογή συμφωνήσουν τα εμπλεκόμενα μέρη. Δηλαδή, όχι τι θέλει μόνο η ελληνοκυπριακή πλευρά, αλλά τι θα συμφωνήσει και η τουρκοκυπριακή. Και αν η τουρκοκυπριακή πλευρά, η Τουρκία, στην ουσία, δεν δεχθεί να αποδεσμευθεί από τον ρόλο της εγγυήτριας δύναμης, δεν θα είναι σε θέση ούτε η Βρετανία να επιδείξει ευελιξία.

Από αυτήν και μόνη τη δήλωση του Βρετανού Υπουργού Εξωτερικών, καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει καμία επίσημη διαβεβαίωση του Λονδίνου ότι εγκαταλείπει τον ρόλο της εγγυήτριας δύναμης. Για να εξετασθεί -και όχι να γίνει αποδεκτό- τέτοιο αίτημα, η Βρετανία ζητά να υπάρξει συμφωνία όλων των εμπλεκομένων μερών. Και μέχρι στιγμής η Τουρκία δεν συμφώνησε σε κάτι τέτοιο. Αντίθετα, σύμφωνα με τον διαπραγματευτή Ανδρέα Μαυρομμάτη (ομιλία στο Πανεπιστήμιο Φρέντερικ), η τουρκοκυπριακή πλευρά κατέστησε σαφές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ότι δεν δέχεται κατάργηση των εγγυήσεων.

Γιατί, συνεπώς, η κυπριακή κυβέρνηση δημιουργεί διαφορετική και διαστρεβλωμένη εικόνα της βρετανικής στάσης; Και είναι διπλωματικά και δεοντολογικά ορθό, κυβέρνηση να μιλά για θέση μίας άλλης κυβέρνησης, χωρίς η τελευταία, πρώτη να ανακοινώνει τη θέση της; Επιτέλους, πόσο νομιμοποιείται μία κυβέρνηση να παίζει επικοινωνιακά με τόσο σοβαρά θέματα;

Εμείς λέγουμε: Λύση με συνέχιση των εγγυήσεων, που κατέστρεψαν την Κύπρο, δεν μπορεί να υπάρξει. Και σωστά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έθεσε το θέμα των εγγυήσεων στις κόκκινες γραμμές, κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Ούτε σε παντοτινό, ούτε σε μεταβατικό στάδιο δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές εγγυήσεις ξένου κράτους, και μάλιστα της Τουρκίας.
Αυτό πρέπει να επαναλαμβάνει η Κυβέρνηση. Και όχι μόνο να το επαναλαμβάνει φραστικά. Αλλά και να το διεκδικεί αποφασιστικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.