Aπό την επομένη της τουρκικής εισβολής, ακούμε την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του κυπριακού Ελληνισμού να εκλιπαρεί τις μεγάλες δυνάμεις να παρέμβουν και να πιέσουν την Τουρκία, ώστε να τερματίσει τη στρατιωτική κατοχή της Κύπρου, να αποσύρει τα στρατεύματα και τους εποίκους της από το νησί, και να δεχθεί εφαρμογή των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Καμία ανταπόκριση, επί 41 χρόνια. Συν τω χρόνω, όμως, ακόμη και αυτό το αίτημα ευνουχίστηκε και υποβαθμίστηκε. Σήμερα, δεν καλείται η διεθνής κοινότητα να πιέσει την Τουρκία να αποσύρει στρατεύματα και εποίκους και να συμμορφωθεί προς τα ψηφίσματα. Η λέξη «πίεση» αντικαθίσταται από τις λέξεις «επιρροή» και «παρέμβαση». Και οι ικεσίες γι' απόσυρση στρατευμάτων, αντικαταστάθηκαν από την πιο ήπια διατύπωση «η Τουρκία να μετακινηθεί σε διαλλακτικότερες θέσεις».

Δεν είναι κακό να υπενθυμίζεται συνεχώς στη διεθνή κοινότητα η ανάγκη άσκησης πίεσης στην κατοχική χώρα, ώστε να τερματίσει την κατοχή. Αντίθετα, είναι χρήσιμη και επιβεβλημένη η υπενθύμιση. Έχουν χρέος οι μεγάλες δυνάμεις να τερματίσουν την αδικία και να συμβάλουν σε δίκαιη λύση του προβλήματος.

Όμως, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές, να αντιλαμβανόμεθα τα τοπικά και διεθνή δεδομένα, να μελετούμε και να μην ομφαλοσκοπούμε. Υπάρχουν αυτήν τη στιγμή οι συγκυρίες, ώστε οι μεγάλες δυνάμεις να διαγράψουν τα μεγάλα πολιτικά, οικονομικά και γεωστρατηγικά συμφέροντά τους, και να ασκήσουν πίεση επί της Τουρκίας;

Πρώτο: Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν την Τουρκία ως τον ισχυρότερο και πολυτιμότερο σύμμαχο στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Πρόσφατα και ύστερα από συνεχείς διαπραγματεύσεις, η Τουρκία επείσθη να αποδεχθεί τη χρησιμοποίηση αμερικανικών βάσεων στο έδαφός της για διενέργεια αεροπορικών επιθέσεων κατά των τζιχαντιστών. Αποδέχθηκε, επίσης, να συμμετέχει με πολεμικά αεροπλάνα της σε κοινές αεροπορικές επιδρομές με τους Αμερικανούς.

Την ίδια στιγμή, η Ρωσία ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία της στη Συρία και παρέχει κάθε στρατιωτική υποστήριξη προς το καθεστώς Άσαντ. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και με δεδομένες τις φιλοτουρκικές θέσεις που επικρατούν στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Αμερικανικό Πεντάγωνο, δεν είναι ανέφικτο να αναμένει κανείς άσκηση πίεσης των Ηνωμένων Πολιτειών, επί της Τουρκίας;

Δεύτερο: Η Ρωσία διατηρεί με την Τουρκία σημαντικότατους πολιτικούς, οικονομικούς, ενεργειακούς και άλλους δεσμούς. Μόλις πριν από μερικές ημέρες, ο Πρόεδρος Πούτιν, σε δηλώσεις του ύστερα από συνομιλίες με τον Ταγίπ Ερντογάν, δήλωσε ότι η Τουρκία αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Μόσχας. Ποια πίεση μπορεί να ασκήσει επί της Άγκυρας;

Τρίτο: Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με απόφαση της Έκτακτης Συνόδου Κορυφής που έγινε πριν από μερικές ημέρες στις Βρυξέλλες, αποφάσισε μεταξύ άλλων να ενισχύσει τον διάλογο σε όλα τα επίπεδα με την Τουρκία, περιλαμβανομένης και της επικείμενης επίσκεψης του Τούρκου Προέδρου στις Βρυξέλλες στις 5 Οκτωβρίου, προκειμένου να ενισχυθεί η συνεργασία Τουρκίας-Ε.Ε. στην κάμψη και διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.

Όταν, συνεπώς, οι διεθνείς συγκυρίες καθιστούν την Τουρκία μεγάλο παίκτη στην περιοχή, σε όλα τα επίπεδα, όταν όλες οι μεγάλες δυνάμεις, κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δεν έχουν κανένα λόγο να παραβλάψουν τα τεράστια συμφέροντά τους στην Τουρκία, δεν δικαιολογείται καμία αισιοδοξία ότι οι ικεσίες της κυπριακής ηγεσίας θα φθάσουν εις ευήκοα ώτα. Κανένας δεν θα θυσιάσει τα μεγάλα συμφέροντά του για να πιέσει την Τουρκία, χάριν ενός προβλήματος στο οποίο, με κυπριακή συνδρομή, η Τουρκία έχει αποενοχοποιηθεί, το πρόβλημα κατέστη καθαρά δικοινοτικό και είναι πρόβλημα μίας μικρής χώρας, το οποίο δεν προκαλεί ούτε προβλήματα, ούτε καν ενόχληση στις μεγάλες δυνάμεις.

Λυμένο ή άλυτο, δεν απειλεί την ειρήνη και ασφάλεια κανενός άλλου...