Aκούσαμε δεκάδες φορές, τις τελευταίες αγωνιώδεις εβδομάδες της διαπραγμάτευσης ελληνικής Kυβέρνησης-δανειστών, πως το "παιxνίδι τελειώνει", η "κλεψύδρα αδειάζει" , "ο χρόνος έφθασε στο τέλος του". Αυτήν τη φορά, όμως, και ο χρόνος έχει τελειώσει πραγματικά και η κλεψύδρα αδειάζει, σχεδόν, ολοκληρωτικά. Η Κυριακή είναι η ημέρα κρίσεως και φαίνεται να κρίνει οριστικά το μέλλον της Ελλάδας και της Ευρωζώνης. Κυρίως -και αυτό είναι που ενδιαφέρει τον Ελληνισμό ολόκληρο- κρίνει το μέλλον του ελληνικού λαού.

Τα γεγονότα δεν μπορούν να αποκρυβούν. Το τέλος, όποιο και να είναι, θα συνιστά μεγάλη τραγωδία. Εάν υπάρξει συμφωνία, αυτή θα είναι δυσβάστακτη και απεχθέστερη από προηγούμενες. Και εάν αποφασισθεί έξοδος, οι επιπτώσεις θα είναι ακόμη πιο καταστροφικές.

Δυστυχώς, και οι δύο πλευρές είχαν αποδυθεί τους τελευταίους μήνες σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων και αλληλοεπίρριψης ευθυνών. Δεν υπήρξαν οι αναγκαίοι συμβιβασμοί, ώστε έγκαιρα να οδηγηθεί σε λύση το πρόβλημα. Αλλά αν για τους δανειστές, αυτό το παιχνίδι ήταν παιχνίδι εντυπώσεων, ήταν και τακτική ουσίας. Σιγά-σιγά οδήγησαν την ελληνική οικονομία σε κατάσταση πλήρους εξάντλησης, τις τράπεζες σε πλήρη αποστράγγιση και άφησαν την Ελλάδα εντελώς απογυμνωμένη. Και οικονομικά και διαπραγματευτικά.

Χωρίς κανένας να υποβαθμίζει τη σκληρότητα των δανειστών, ούτε ακόμη και τις ακραίες σκέψεις κάποιων κύκλων στην Ευρώπη να εξωθήσουν την Ελλάδα εκτός Ευρωζώνης, η πικρή πραγματικότητα είναι ότι είτε ο Αλέξης Τσίπρας είτε ο Γιάνης Βαρουφάκης είτε και οι δύο διευκόλυναν τους δανειστές και τους όποιους ακραίους κύκλους, στις επιδιώξεις τους. Άφησαν να παρέλθει πολύτιμος χρόνος, πέντε σχεδόν μηνών, χωρίς να διαπραγματεύονται, ή διαπραγματεύονταν κατά τρόπο που θεωρήθηκε από την άλλη πλευρά αναποτελεσματικός και αναξιόπιστος.

Όσοι παρακολούθησαν τη χθεσινή συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα αντελήφθησαν ότι οι περισσότερες βολές κατά του Αλέξη Τσίπρα από ευρωβουλευτές, είναι ότι δεν παρουσίασε ολοκληρωμένες και τεκμηριωμένες προτάσεις. Ακόμη και στο προχθεσινό Γιούρογκρουπ και στη Σύνοδο Κορυφής, η ελληνική αντιπροσωπία δεν κατέθεσε προτάσεις προς συζήτηση. Δεσμεύτηκε να τις καταθέσει μέχρι την Παρασκευή το πρωί.

Αυτό είναι αρκετό να καταδείξει ότι δεν υπήρξε σωστός σχεδιασμός από πλευράς ελληνικής Κυβέρνησης. Διότι, ενώ εγνώριζε ότι έμπαινε σε μία σκληρή διαπραγμάτευση και όφειλε να ήταν καλά προετοιμασμένη, με συγκεκριμένες προτάσεις και σχέδιο Β, εάν οι διαπραγματεύσεις κατέληγαν σε αδιέξοδο, ούτε για το ένα προετοιμάστηκε, ούτε για το άλλο. Άφησε τον χρόνο να παρέλθει άκαρπος, να εξαντληθεί η οικονομία της χώρας και το τραπεζικό της σύστημα, να αυξηθεί το χρέος και να απαιτηθούν σκληρότερα Μνημόνια και έδωσε ευκαιρία στους δανειστές να της επιρρίψουν ευθύνες για τα αδιέξοδα, αλλά και χρόνο να προετοιμασθούν, οι τελευταίοι, για τα χειρότερα.

Τώρα, πλέον, δεν υπάρχουν δρόμοι διαφυγής για την Ελλάδα. Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Οι δανειστές μιλούν από πλεονεκτικότερη θέση και απαιτούν μεγαλύτερες παραχωρήσεις. Εάν ο Αλέξης Τσίπρας τις ικανοποιήσει, τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα για τον ελληνικό λαό. Αν τις απορρίψει, θα δει την πόρτα της Ευρωζώνης να σφραγίζεται. Και ο Γολγοθάς της Ελλάδας θα είναι και σκληρότερος και μακρύτερος.
Με ευχές δεν σώζεται η παρτίδα. Έπρεπε να γίνουν πολύ περισσότερα, πριν φθάσουμε στις δώδεκα και πέντε...