Ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό και ορθά δομημένο κράτος δεν μπορεί να κυβερνάται ούτε με υπουργικά διατάγματα, ούτε με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ούτε μπορεί να βρίσκεται συνεχώς μπροστά σε νομικά και συνταγματικά αδιέξοδα. Σε αυτό, δυστυχώς, το τριτοκοσμικό επίπεδο κατέληξε η Κυπριακή Δημοκρατία. Όχι μόνο λόγω ανεπαρκειών που παρουσιάζει το ζυριχικό σύνταγμα, αλλά και εξαιτίας της ανικανότητας, της ανυπαρξίας πολιτικής βούλησης και της άρνησης των εκπροσώπων της Εκτελεστικής και Νομοθετικής Εξουσίας -σε τελευταία ανάλυση της πολιτικής ηγεσίας- να καταλήξουν σε συμβιβασμούς, οι οποίοι να λύουν τα προβλήματα και να ανοίγουν διεξόδους.

Το γεγονός ότι το κράτος παρουσιάζει φαινόμενα παράλυσης έως διάλυσης και το γεγονός ότι οι φορείς της πολιτικής εξουσίας καταφεύγουν στη Δικαιοσύνη για τη λύση των διαφορών τους, είναι ενδεικτικό και των συνταγματικών κενών, αλλά και των αμετακίνητων και αδιάλλακτων θέσεων, που χαρακτηρίζουν τόσο την πλευρά της Κυβέρνησης, όσο και την πλευρά της αντιπολίτευσης.

Δεν επιδεικνύεται κανένα πνεύμα συνεργασίας και δεν υπάρχει διάθεση αμοιβαίων υποχωρήσεων, ώστε να επιλύονται πολιτικά οι διαφορές. Τα κομματικά, ταξικά και ιδεολογικά κίνητρα με τα οποία καθοδηγούνται και οι δύο πλευρές, η έλλειψη αμοιβαίου σεβασμού, ο ετσιθελισμός και η προσπάθεια να εξυπηρετηθούν συμφέροντα τάξεων εις βάρος των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου, έχουν δημιουργήσει ασφυκτικό κλοιό στη λειτουργία του κράτους, με αποτέλεσμα να καλείται η δικαιοσύνη να βρει τις σολομώντειες λύσεις, οι οποίες, σε κάποιες περιπτώσεις, είναι και αυτές ανύπαρκτες.

Λέγεται πολλές φορές ότι «η δικαιοσύνη θα βρει τις λύσεις». Εύηχη δικαιολογία, η οποία όμως αντικατοπτρίζει και την κατάντια του κράτους μας. Αλίμονο στο κράτος το οποίο κυβερνάται από δικαστικές αποφάσεις και η δικαιοσύνη καλείται να αποφασίσει επί θεμάτων, τα οποία αποτελούν πολιτικές διαφορές. Αυτό το κράτος πάσχει. Πάσχει πολιτικά, θεσμικά και συνταγματικά.

Είναι η πρώτη ίσως φορά, κατά την οποία σημειώνονται τόσες αναπομπές νομοσχεδίων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη Βουλή, τόσες αναφορές του Προέδρου στο Ανώτατο Δικαστήριο και τόσες φορές που σημειώνονται συνταγματικά και νομικά αδιέξοδα. Η διαμάχη Γενικού Εισαγγελέα και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, το πρωτοφανές φαινόμενο οι δύο επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας να παραπέμπουν ο ένας τον άλλο στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το απόλυτο αδιέξοδο που παρατηρείται στο ξεκαθάρισμα της κατάστασης, η αναμενόμενη παραπομπή της Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, με αίτημα την παύση της, οι αναφορές του Προέδρου για το θέμα του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, οι αντι-αναφορές της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εργασίας και τα όσα άλλα επακολουθήσουν, δεικνύουν την πλήρη χρεοκοπία των θεσμών και τη διάλυση του κράτους.

Και μετά από όλο αυτό το αλαλούμ και τη βαβυλωνία, ακούεται ως ανέκδοτο η επιχείρηση μεταρρύθμισης του κράτους.
Σωστά ελέχθη, ότι το κυπριακό κράτος δεν είναι μεταρρύθμιση που χρειάζεται. Είναι επανίδρυση. Όλα τα θεμέλια πάνω στο οποίο στηρίζεται, όλοι οι κίονες που το στηρίζουν έχουν σαπίσει και παρουσιάζουν εικόνα κατάρρευσης. Ούτε η συντήρηση (μεταρρύθμιση) το σώζει, ούτε οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Εξέτισε τη διάρκεια ζωής του και καταρρέει κάτω από το βάρος των αμαρτημάτων της πολιτικής του ηγεσίας, των επιλογών της και της ανικανότητας θεσμών να σταθούν στο ύψος τους.