Η Τουρκία προσπάθησε να αποφύγει κάθε ανάμειξη, τουλάχιστον ορατή, στις λεγόμενες εκλογές στα κατεχόμενα. Αφενός για να αποδείξει προς τη διεθνή κοινότητα ότι το ψευδοκράτος δεν τελεί υπό την απόλυτη κυριαρχία και επιρροή της, αλλά αποτελεί ανεξάρτητη οντότητα, η οποία λειτουργεί με τα δικά της συντεταγμένα όργανα και κάτω από δημοκρατικές διαδικασίες. Την ίδια στιγμή, αφετέρου, γνώριζε, βεβαίως, ότι ανεξαρτήτως του ποιος θα αναδεικνύετο νέος κατοχικός ηγέτης, η Άγκυρα θα είχε τον τελευταίο λόγο. Έτσι, δεν υπήρχε κανένας λόγος να εκτεθεί με παρεμβάσεις σε «εκλογικές διαδικασίες» των Τουρκοκυπρίων.

Ο εκρηκτικός, όμως, Ταγίπ Ερντογάν χάλασε το επικοινωνιακό παιγνίδι της Άγκυρας. Και αμέσως μετά την εκλογή του «αυτονομιστή» Ακιντζί, ξέσπασε με τον γνωστό βίαιο τρόπο με τον οποίο ξεσπά συχνά και εναντίον άλλων κρατών και άλλων ηγετών κρατών. Και απείλησε ξεκάθαρα τον Ακιντζί, να μην τολμήσει να σηκώσει κεφάλι στην παντοδυναμία του και στα πάγια διαχρονικά στρατηγικά σχέδια της Τουρκίας. Αποκάλυψε τελικά, αυτό που προσπάθησε να αποκρύψει η Άγκυρα. Ότι το ψευδοκράτος και οι ηγέτες του είναι υποτελείς στις θελήσεις της Τουρκίας και δεν μπορούν να αποκλίνουν ούτε των εντολών της, ούτε της πολιτικής της.

Ακολούθως, πρόβαλε στο προσκήνιο ο Αχμέτ Νταβούτογλου. Πιο διπλωματικός, έσπευσε να στείλει μεν το ίδιο μήνυμα προς τον Ακιντζί και τους Τουρκοκυπρίους, αλλά με ηπιότερο διπλωματικό τρόπο. Δήλωσε: «Μην ανησυχείτε, όλα θα πάρουν τον δρόμο τους. Και όταν ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ ανέλαβε την εξουσία, είχε γίνει το ίδιο, αλλά μετά πήραν όλα τον δρόμο τους».

Έχει όντως δίκαιο ο συγγραφέας του «Στρατηγικού Βάθους». Και ο Ταλάτ, ως αριστερός ηγέτης, προσπάθησε στην αρχή να δημιουργήσει κάποια προβλήματα στην Άγκυρα, πήγε να σηκώσει λίγο το κεφάλι, αλλά όταν αντελήφθη τις πραγματικότητες και είδε ότι χωρίς τη στρατιωτική παρουσία του Αττίλα, χωρίς την οικονομική βοήθεια της Άγκυρας, ψευδοκράτος δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του, ενέδωσε στις θελήσεις της Άγκυρας και στις προσταγές του Έρντογαν. Το ίδιο, προαναγγέλλει, θα γίνει και στην περίπτωση του Μουσταφά Ακιντζί.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Ακιντζί διαθέτει περισσότερους και μεγαλύτερους μηχανισμούς αντίστασης από τον Ταλάτ, ούτε αν είναι αποφασισμένος να τραβήξει το σχοινί μέχρι τέλους, στην Άγκυρα. Ο χρόνος θα το δείξει. Όμως η πραγματικότητα και τα δεδομένα δεν διαφοροποιούνται. Το ψευδοκράτος είναι απόλυτα αιχμάλωτο στην Τουρκία. Στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά. Δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, χωρίς την τουρκική επικυριαρχία. Και οι ηγέτες που αναδεικνύει δεν είναι σε θέση να προβάλουν ουσιώδεις αντιστάσεις στις προσταγές της Τουρκίας.

Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα, χωρίς ωραιοποιήσεις και χωρίς ψευδαισθήσεις. Βεβαίως, το κλίμα διαπραγμάτευσης με ένα μετριοπαθή Τουρκοκύπριο ηγέτη είναι σαφώς διαφοροποιημένο σε σχέση με όταν αντιμετωπίζει η ελληνοκυπριακή πλευρά ένα Ντενκτάς, ή έναν Έρογλου, αλλά στην τελική προσπάθεια, τα πράγματα δεν διαφοροποιούνται. Το μαχαίρι και το κρέας το κρατά η Τουρκία και αυτή αποφασίζει.