Ενόψει της επανέναρξης των συνομιλιών και της αναγκαιότητας ενημέρωσης ξένων κέντρων αποφάσεων και κυβερνήσεων, επιβάλλεται η ανάληψη ευρείας διαφωτιστικής εκστρατείας, τόσο από πλευράς Βουλής και πολιτικών κομμάτων, όσο και από πλευράς Κυβέρνησης, ώστε οι κυπριακές θέσεις να γίνουν κατανοητές, να τονισθούν οι κίνδυνοι και τα ενδεχόμενα οι συνομιλίες να διακοπούν εκ νέου από νέες τουρκικές τυχοδιωκτικές ενέργειες, και να προληφθούν νέα επικίνδυνα αδιέξοδα.

Δυστυχώς, οι κατά τόπους πρεσβείες της Δημοκρατίας, είτε λόγω ανεπάρκειας είτε λόγω ελλείψεως προσωπικού, αδυνατούν να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο. Εξού και σημαντικές πρωτεύουσες, οι οποίες διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στο Κυπριακό, είτε αγνοούν τις κυπριακές θέσεις είτε δεν είναι ορθά ενημερωμένες για το πώς εξελίσσεται η κατάσταση, ποιες είναι οι τουρκικές προθέσεις και ποιοι είναι οι κίνδυνοι που προβάλλουν για τη διεθνή ειρήνη, σε περίπτωση κατά την οποία η ειρηνευτική διαδικασία εξελιχθεί -όπως και εξελίσσεται- κατά τρόπον άκαρπο και με κατεύθυνση θνησιγενείς λύσεις.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλείται να επιλέξει ικανούς ανθρώπους και να τους χρησιμοποιήσει ως προσωπικούς απεσταλμένους σε διάφορα κράτη, για να ενημερώσουν κυβερνήσεις και να ζητήσουν τη στήριξή τους στις κυπριακές θέσεις. Και πρέπει αυτοί οι άνθρωποι να είναι καλοί γνώστες του Κυπριακού, καλά μελετημένοι, αλλά και καλοί γνώστες του περιβάλλοντος των κρατών που θα επισκεφθούν. Να έχουν προσβάσεις σε κέντρα αποφάσεων, να είναι γνωστοί και αξιόπιστοι στους αξιωματούχους που θα συναντήσουν, και να μιλήσουν με τη γλώσσα της αλήθειας.

Η αναμενόμενη επανέναρξη των συνομιλιών απαιτεί σωστή προετοιμασία. Όχι μόνο σε ό,τι αφορά αυτήν καθ΄ εαυτήν την προετοιμασία της δικής μας πλευράς, έναντι της τουρκικής, αλλά κυρίως ως προς την εξασφάλιση σταθερής υποστήριξης προς τις θέσεις μας από τη διεθνή κοινότητα. Μέχρι σήμερα, αφέθη η Τουρκία, με την πανίσχυρη διπλωματική μηχανή της και με τη στήριξη εσωτερικών κύκλων σε διάφορες χώρες, να αλωνίζει και να περνά τα δικά της μηνύματα. Οι διπλωματικές υπηρεσίες της Δημοκρατίας υπήρξαν από ουραγοί έως άφαντες στην προσπάθεια ενημέρωσης ξένων κυβερνήσεων, κέντρων αποφάσεων, ακόμη και διεθνών ΜΜΕ, στην αντιμετώπιση της τουρκικής προπαγάνδας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ακόμη και σε οφθαλμοφανέστατες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, όπως η τελευταία επιδρομή της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ, αντιμετωπίστηκαν με ήπιες ανακοινώσεις και σε πολλές περιπτώσεις με αποενοχοποίηση του δράστη.

Μέσα στο πλαίσιο της διεθνούς διαφωτιστικής προσπάθειας, οι προσωπικοί απεσταλμένοι του Προέδρου έχουν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο. Αλλά να επιλεγούν σωστά, να τους δοθούν σαφείς όροι εντολής, να δημιουργήσουν γέφυρες επικοινωνίας με κυβερνήσεις και κέντρα αποφάσεων, και εν ανάγκη να εγκατασταθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα στις χώρες που θα επισκεφθούν, ώστε να αποβούν χρήσιμο εργαλείο στη διαφωτιστική προσπάθεια της Κυβέρνησης.

Σε άλλες καθοριστικές περιόδους, Πρόεδροι Δημοκρατίας απέστειλαν προσωπικούς απεσταλμένους σε κάποιες χώρες, ακόμη και ηγέτες αντιπάλων κομματικών παρατάξεων που διέθεταν προσβάσεις στις χώρες αυτές, για να προωθήσουν κυπριακά αιτήματα. Και το έπραξαν με αρκετή επιτυχία. Σε μία εθνική προσπάθεια όχι μόνο δεν περισσεύει κανείς, αλλά αποτελεί χρέος η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε να επηρεασθούν θέσεις άλλων κρατών και να ενισχυθεί η στήριξη προς τις κυπριακές θέσεις.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ας το επιχειρήσει. Μόνο θετικά αποτελέσματα θα έχει αυτή η προσπάθεια.