Ο Βρετανός Πρεσβευτής στη Λευκωσία Ρικ Τοντ, σε συνέντευξή του στην τουρκική εφημερίδα «Χαβαντίς», θέτει ενώπιόν μας το αφελέστατο δίλημμα: «Προτιμάτε το ρίσκο της λύσης, ή της μη λύσης;». Είναι το ίδιο αφελές και πονηρό ερώτημα που θέτουν στον κυπριακό Ελληνισμό δικοί μας πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άλλοι: «Θέλετε λύση, ή δεν θέλετε;».
Υπάρχει λογικός Κύπριος που θα απέρριπτε τη βιώσιμη και λειτουργική λύση, και θα επέλεγε τη μη λύση; Αμφιβάλλουμε.
Αλλά το ερώτημα, ή το δίλημμα, αλλιώς έπρεπε να τίθεται και από τους ξένους και από τους δικούς μας: «Θέλετε βιώσιμη λύση βασισμένη στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κοινοτικού κεκτημένου, του διεθνούς δικαίου και των δημοκρατικών αρχών, ή δεν θέλετε;».
Η επιλογή είναι η πρώτη. Αλλά το θέμα και η ουσία, είναι ότι δεν μας προσφέρεται ούτε από τη διεθνή κοινότητα, ούτε από τη Βρετανία, ούτε από τους δικούς μας δήθεν υποστηρικτές της λύσης η βιώσιμη και λειτουργική λύση, η οποία θα διασφαλίζει την επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού στη γη των προγόνων του. Μας προσφέρεται ως μόνη επιλογή ένα εκτρωματικό μπάλωμα, μία διχοτομική και ρατσιστική λύση, η οποία θα καταρρεύσει την επαύριον της υπογραφής της, με αποτέλεσμα: Το κυπριακό κράτος να μετατραπεί σε κοινότητα και ο κυπριακός Ελληνισμός να οδηγηθεί σε βιολογική και εθνική εξαφάνιση. Και μεταξύ της βέβαιης τουρκοποίησης της Κύπρου και της εξαφάνισης του κυπριακού Ελληνισμού, είναι φυσικό να επιλέγεται, όχι η μη λύση, αλλά η απόρριψη της αυτοκτονικής λύσης.
Εμπνευστής αυτής της εκτρωματικής, θνησιγενούς και διχοτομικής λύσης υπήρξε ανέκαθεν η πατρίδα του κ. Τοντ. Αν μελετήσει καλύτερα την ιστορία της Κύπρου, και αν είναι αντικειμενικός και δίκαιος αναγνώστης και κριτής, ο κ. Τοντ θα αντιληφθεί και θα παραδεχθεί ότι η Βρετανία είναι ο κακός δαίμονας, ο οποίος σχεδίασε, προετοίμασε, μεθόδευσε και οδήγησε την Κύπρο σε αυτήν την τραγική θέση: Να καλείται να επιλέξει μεταξύ δύο κακών και μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης.
Αν γνωρίζει ακόμη ιστορία ο Βρετανός διπλωμάτης, και αν έχει αναγνώσει βιβλία παλαιοτέρων και σύγχρονων Τούρκων πολιτικών, και τα συγκρίνει με τη διαχρονική τουρκική πολιτική στο Κυπριακό, θα διαγνώσει και πάλιν, εάν είναι αντικειμενικός κριτής, ότι η Τουρκία δεν είναι λύση βιώσιμη και λειτουργική που επιδιώκει, αλλά κατάληψη όλης της Κύπρου και εξανδραποδισμό του κυπριακού Ελληνισμού.
Περιέργως, όμως, ο κ. Τοντ δεν αναφέρεται καθόλου σχεδόν στη συνέντευξή του στον παράγοντα Τουρκία και στις επιδιώξεις του. Παραμερίζει τον κύριο ένοχο και τον κύριο παίκτη στο Κυπριακό, κάνει πως δεν αντιλαμβάνεται και δεν γνωρίζει τις επιδιώξεις του, και προσπαθεί να εντοπίσει το κύριο πρόβλημα της μη επίτευξης λύσης στην «έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής πλευράς».
Γνωστό και διαχρονικό αυτό το παραμύθι. Δεν υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Αν εξαφανίζαμε από τον χάρτη τον παράγοντα Τουρκία, και αφήναμε ως μόνους παίκτες τις δύο κοινότητες, η λύση θα ήταν και σύντομη και εύκολη.
Αλλά ναι, υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης της ελληνοκυπριακής κοινότητας προς την Τουρκία. Διότι ο κυπριακός Ελληνισμός βιώνει καθημερινά και συλλαμβάνει τις τουρκικές προθέσεις και την τουρκική επιθετικότητα. Δεν μας λέει ο κ. Τοντ: Ποια εμπιστοσύνη θα έτρεφε σε μία χώρα η οποία θα επενέβαινε στρατιωτικά και διά πυρός και σιδήρου κατακτούσε τη μισή βρετανική επικράτεια, ανακήρυσσε το κατεχόμενο βρετανικό έδαφος σε χωριστό κράτος, επιχειρούσε νέα επιδρομή και απειλούσε με κατάκτηση του φυσικού πλούτου της Βρετανίας; Θα την εμπιστευόταν;
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




