Αυτήν τη στιγμή, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης βρίσκεται σε πολύ δυσχερή θέση. Οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε. Τελεί υπό την πίεση των ισχυρών δυνάμεων του εξωτερικού, ότι πρέπει να εξεύρει τρόπους επιστροφής στο τραπέζι των συνομιλιών.

Τελεί υπό τις υποδείξεις της Αθήνας, να επιδιώξει επαναστροφή και να επιχειρήσει κατευνασμό της Τουρκίας και αποκλιμάκωση της κρίσης. Τελεί, ακόμη, και υπό την πίεση των δύο μεγάλων κομμάτων και ιδιαίτερα του κόμματός του, να επανέλθει στις συνομιλίες.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης τηρούν υπεύθυνη στάση. Έχουν όλα τα επιχειρήματα να τον εκθέσουν για εγκατάλειψη της πολιτικής την οποία δεσμεύτηκε να ακολουθήσει. Δεν το πράττουν, διότι τώρα είναι η ώρα της ενότητας και της στήριξης της πολιτικής που ακολουθείται.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει κάνει, μέχρι στιγμής, το μοιραίο σφάλμα. Προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ των πιέσεων, εσωτερικών και εξωτερικών, και της πολιτικής κλιμάκωσης η οποία αποφασίστηκε μετά την εκδήλωση της τουρκικής επιδρομής. Αλλά να συνειδητοποιήσει ότι, αργά ή γρήγορα, θα κληθεί να αποφασίσει. Και το δίλημμα θα είναι εφιαλτικό για τον ίδιο και την εθνική υπόθεση.

Θα επιστρέψει στις συνομιλίες με την ουρά στα σκέλια και χωρίς καμία εγγύηση τερματισμού της τουρκικής επιδρομής; Ή θα επιστρέψει ως ηγέτης καταξιωμένος, ότι η πολιτική του εξανάγκασε την Τουρκία σε υποχώρηση; Εδώ θα κριθεί και ο ίδιος και η πολιτική του. Και εδώ είναι που θα κριθεί, αν το εσωτερικό μέτωπο θα βαδίσει ενωμένο ή θα γίνει χίλια κομμάτια.

Το ζητούμενο δεν είναι ένα, αλλά δύο:
Πρώτο: Η Τουρκία είναι έτοιμη να υποχωρήσει και να παραιτηθεί των διεκδικήσεών της επί της κυπριακής ΑΟΖ και του φυσικού αερίου;
Δεύτερο: Εάν οι συνομιλίες επαναρχίσουν, μπορούν να αποδώσουν λύση βιώσιμη, η οποία να διασφαλίζει την επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού;

Οι απαντήσεις είναι αρνητικές. Η Τουρκία δεν εισέβαλε στην κυπριακή ΑΟΖ για να φύγει. Ήλθε για να μείνει και να διακηρύξει ότι έχει δικαιώματα στο κυπριακό φυσικό αέριο. Ουδείς την πιέζει να υποχωρήσει. Το θύμα της δεν ζητεί από κανένα να της επιβάλει κυρώσεις. Γιατί να φύγει; Θα φοβηθεί από τα νερόβραστα ψηφίσματα, ή τα «ισχυρά μηνύματα»; Αν οι επιδρομείς υπάκουαν σε ψηφίσματα και ανακοινωθέντα, δεν θα υπήρχαν επιδρομές.

Η Τουρκία έκανε πέντε βήματα μπροστά. Και ένα ανώδυνο να κάνει πίσω, κερδισμένη θα είναι. Στόχος της, σε πρώτο στάδιο, είναι να στείλει μήνυμα διεθνώς, ότι η κυπριακή ΑΟΖ είναι διαφιλονικούμενη περιοχή, ότι έχει δικαιώματα στην κυπριακή ΑΟΖ, άρα η διαχείριση και τα κέρδη από το φυσικό αέριο πρέπει να τεθούν αμέσως στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ενεργεί εξ ονόματος της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου». Και συνεπώς, το φυσικό αέριο καθίσταται διακοινοτική διαφορά, η οποία πρέπει να συζητηθεί μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Μετά το πρώτο βήμα, βλέπει και κάνει. Έχει σχέδιο Β για όλα.

Όσον αφορά το μέλλον των διακοινοτικών συνομιλιών, ουδείς πιστεύει ότι μπορεί να καταλήξουν σε βιώσιμη και λειτουργική λύση. Είναι καταδικασμένες σε αποτυχία και ναυάγιο. Εκτός και αν η ελληνοκυπριακή πλευρά συναινέσει στην παράδοση.

Επ' αυτών των δύο αρνητικών προοπτικών, πρέπει να αποφασίσει για την περαιτέρω πολιτική του ο Πρόεδρος. Ο κατευνασμός ουδέν θα αποφέρει. Δοκιμάστηκε ως πολιτική επανειλημμένα και δεν απέφερε. Ο «συμβιβασμός» εις βάρος των εθνικών συμφερόντων θα είναι καταστροφικός και θα αποτελέσει την ταφόπετρα της εθνικής υπόθεσης. Ο μόνος δρόμος που απομένει είναι η εμμονή στο δίκαιο, η σύναψη στρατηγικών συμμαχιών, η επιμονή σε επιβολή κυρώσεων κατά της Τουρκίας.