Υποτίθεται ότι προτού καταλήξει στην πολιτική των κλιμακωτών μέτρων αντίδρασης στις τουρκικές επιδρομικές κινήσεις, η κυβέρνηση σχεδίασε το πλάνο της, ήταν βέβαιη ότι αυτή η τακτική θα υποχρέωνε την Τουρκία να υποχωρήσει και πως η κρίση θα τερματιζόταν με «νίκη» της κυπριακής πλευράς. Φαίνεται, όμως, ότι στη συνέχεια όλα «πήγαν στράφι», η πολιτική της κλιμάκωσης απέτυχε, και πέραν της αποχώρησης από το τραπέζι των συνομιλιών, και της συλλογής ανακοινώσεων και ψηφισμάτων συμπαράστασης, ουδέν επετεύχθη.
Η ψευδαίσθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προσέτρεχαν σε στήριξη του «ισχυρού στρατηγικού εταίρου», κατά τον Μπάιντεν (δεν υπελογίσθη ότι ισχυρότερος στρατηγικός εταίρος από την Κύπρο είναι, για τις ΗΠΑ, η Τουρκία), ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παρείχε ισχυρότερη υποστήριξη προς την Κύπρο, και οι επιταγές χωρίς αντίκρισμα της διεθνούς κοινότητας θα έκαμπταν την Τουρκία, η Κυβέρνηση προχώρησε, «μετά φόβου», σε κάποια μέτρα. Αλλά ουδέποτε σε ουσιαστική κλιμάκωση αντίδρασης κατά της Τουρκίας.
Μοιραία, στο τέλος, η Κυβέρνηση, παρά τους πανηγυρισμούς και τα «ισχυρά μηνύματα» και τα «ηχηρά χαστούκια» κατά της Τουρκίας, έκρινε ότι η πολιτική δεν απέδωσε. Και αποφάσισε να δοκιμάσει και το άλλο άκρο της κλιμάκωσης. Της αποκλιμάκωσης και του «κατευνασμού» της Τουρκίας. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο άλλαξε πολιτική, μεταπηδώντας από την κλιμάκωση στην αποκλιμάκωση. Έγιναν, είναι γεγονός, κάποιες σωστές κινήσεις, όπως η δημιουργία άξονα Κύπρου-Ελλάδας-Αιγύπτου, και γίνεται προσπάθεια να ενταχθεί σε αυτήν τη διπλωματική συμμαχία και το Ισραήλ. Η Τουρκία, όμως, δεν αναχαιτίστηκε. Συνεχίζει να έχει περικυκλωμένη την κυπριακή ΑΟΖ, ενώ την ίδια στιγμή δρέπει και τους καρπούς της πολιτικής της κανονιοφόρου που εφαρμόζει.
Έχει ισχυρούς συμμάχους, πολύ ισχυρότερους της Κύπρου, σε αυτό το «παιγνίδι». Και αυτήν τη στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες και τα Ηνωμένα Έθνη πιέζουν, ώστε να γίνει αποδεκτός ένας νέος «συμβιβασμός», καλώντας την κυπριακή κυβέρνηση να αποδεχθεί να τεθεί στο τραπέζι, με τον έναν ή τον άλλον εύσχημο τρόπο, το θέμα διαχείρισης και διαμοιρασμού του φυσικού αερίου. Οι πιέσεις θα ενταθούν και ήδη ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, υπό το βάρος των πιέσεων, και προκειμένου να μην εκτεθεί ως αδιαλλακτος, αρχίζει και ανταποκρίνονται με αντιπροτάσεις στις «ιδέες» Άιντα.
Την ίδια στιγμή, όμως, έχει να αντιμετωπίσει και τις πιέσεις που ασκούν στο εσωτερικό τα δύο μεγάλα κόμματα. ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ επιθυμούν -και το καθιστούν ολοφάνερο- ότι πρέπει να «καθυσυχαστούν και οι ανησυχίες των Τουρκοκυπρίων», ωσάν και οι Τουρκοκύπριοι αποτελούν εμπλεκόμενο μέρος. Η διαφορά είναι μεταξύ Τουρκίας και Κυπριακής Δημοκρατίας. Εκτός και αν, και πάλιν, κάποιοι θέλουν να καταστήσουν το θέμα του φυσικού αερίου διακοινοτική διαφορά. Πολύ βιάζονται τα δύο μεγάλα κόμματα...
Είναι φανερό ότι η Κυβέρνηση, υπό το βάρος των πιέσεων ΗΠΑ, Ηνωμένων Εθνών, των δύο μεγάλων κομμάτων, αλλά και της ολοφάνερης απόφασης των Αθηνών να υπάρξει αποκλιμάκωση, βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Πιθανότατα και ο Πρόεδρος Αναστασιάδης να επιλέγει πλέον την πολιτική κατευνασμού. Τα κλιμακωτά μέτρα του Εθνικού Συμβουλίου μπαίνουν στο ράφι και προσεύχονται όλοι να επικρατήσει «μεγαλοψυχία» στην πλευρά του θηρίου, ώστε η κρίση να παρέλθει, και να επανέλθουμε στο γνωστό τραπέζι του ψευδεπίγραφου διαλόγου. Τώρα, πώς θα επανέλθουμε είναι άλλη υπόθεση. Αλλά, μάλλον, μας έχουν θέσει ήδη, για δεύτερη φορά, το πιστόλι στον κρόταφο...




