Η δήλωση του Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών, και η παράλληλη της Εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν συνιστούν μόνο δείγματα ποντιοπιλατισμού και εξίσωση του επιδρομέα με το θύμα του, αλλά, το κυριότερο, στέλλουν ανησυχητικά μηνύματα προς τη Λευκωσία. Υπό την έννοια ότι, ο διεθνής παράγοντας και τα κέντρα αποφάσεων ξεκινούν, πλέον, την άσκηση πιέσεων δημοσίως -και υποθέτουμε και παρασκηνιακώς-, προς την ελληνοκυπριακή πλευρά, να επιστρέψει στο τραπέζι των συνομιλιών. Τα ίδια ακριβώς τονίζει, σε πιο αυστηρό ύφος προς την Τουρκία, και η ανακοίνωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου διά της οποίας ζητείται η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, με στόχο τη συνολική λύση.
Αυτά τα μηνύματα, όσο περνά ο καιρός, θα εντείνονται και οι πιέσεις θα εντείνονται επί της πλευράς μας, για να επιστρέψει στο τραπέζι των συνομιλιών, ενώ παράλληλα, θα ζητείται από την κυπριακή πλευρά να μην κλιμακώσει την ένταση, με εξαγγελία περαιτέρω μέτρων κατά της Τουρκίας.
Ούτε τα Ηνωμένα Έθνη, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες, ούτε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, θέτουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, θέμα άρσης των επιδρομικών ενεργειών της Τουρκίας, προκειμένου να ξαναρχίσουν συνομιλίες. Απλώς καλούν τα δύο μέρη να επιστρέψουν στο τραπέζι των συνομιλιών. Κάτω από ποιες προϋποθέσεις, όμως; Δεν τολμούν να το πουν, προφανώς για να μην εξοργίσουν την Τουρκία.
Βεβαίως, για να ασκήσουν οι ξένοι πίεση επί της Τουρκίας, το δείγμα πρέπει να το δώσει η κυπριακή πλευρά. Πρέπει να το απαιτήσει η κυπριακή πλευρά. Δεν θα πολεμήσουν οι ξένοι για τα δίκαιά μας, εφόσον η Κύπρος δεν απαιτεί τίποτε περισσότερο, εκτός από την έκδοση ενός ανακοινωθέντος, ή μίας δήλωσης, η οποία να διαχέεται από πλατωνικές καταδίκες χωρίς κανένα κόστος για την Τουρκία. Εφόσον το θύμα δεν απαιτεί μέτρα, γιατί να τα απαιτήσουν οι ξένοι;
Επανέρχονται για άλλη μία φορά οι φοβίες και τα σύνδρομα του καλού παιδιού. Το οποίο τρέμει στην ιδέα να προχωρήσει «πέραν του δέοντος», μήπως και χαρακτηρισθεί «αδιάλλακτο» και επισύρει τον θυμό των ξένων. Δεν ακούσαμε καμία επίσημη διαμαρτυρία για τη δήλωση του Μπαν Κι-Μουν. Δεν ακούσαμε καμία κυβερνητική ανακοίνωση η οποία να υποδεικνύει στις ΗΠΑ ότι ο εισβολέας έχει όνομα, αυτός προκάλεσε την κρίση και την αναστολή των συνομιλιών, δεν ακούσαμε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαίτησε από τους εταίρους λήψη μέτρων και όχι έκδοση ανακοινωθέντων...
Εδώ, εξελίσσεται μία δεύτερη εισβολή κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και μία επιδρομή αντιμετωπίζεται διά των όπλων, εφόσον το θύμα διαθέτει στρατιωτική ισχύ, ή εφόσον αποτελεί ανοχύρωτο κράτος, όπως η Κύπρος, διεκδικεί μέσω ισχυρών πολιτικών και νομικών μέτρων, την τιθάσσευση του εισβολέα. Ούτε αυτό πράττει η Κυβέρνηση. Και όταν δεν ζητεί γιατί να λάβει; Όταν δεν απαιτεί από τους εταίρους κυρώσεις, γιατί οι τελευταίοι να τις προσφέρουν;
Ανησυχούμε, διότι αισθανόμαστε ότι η ατολμία της Κυβέρνησης θα εξελιχθεί σε μπούμερανγκ. Η μη διεκδίκηση κυρώσεων κατά του επιδρομέα, θα επικεντρώσει τελικά την όλη προσπάθεια του διεθνούς παράγοντα, σε επανάληψη των συνομιλιών, χωρίς κανένα όρο προς την Τουρκία. Και τελικά θα βρεθεί η Κύπρος και στο εδώλιο της διεθνούς κοινότητας, ως αρνούμενη να συνομιλήσει και να λύσει το Κυπριακό.
Σωστά ξεκίνησε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, αναστέλλοντας τη συμμετοχή του στις συνομιλίες. Αλλά, όπως φαίνεται, συν τω χρόνω, η αντίσταση κάμπτεται και η διεκδίκηση συρρικνώνεται...
Τα ακίνητα της εβδομάδας




