Καθώς το ένα καταγγελλόμενο οικονομικό έγκλημα έρχεται να επισκιάσει το προηγούμενο και νέοι φάκελοι στοιβάζονται στη Νομική Υπηρεσία για διερεύνηση, η μεγάλη αγωνία της κοινωνίας να δει τους πρώτους ενόχους της οικονομικής καταστροφής, στο εδώλιο της Δικαιοσύνης, παραμένει. Και εντείνεται. Δεν φαίνεται να υπάρχουν, ακόμη, μηνύματα που να πείθουν τους πολίτες, ότι σύντομη θα είναι η προοπτική, κατά την οποία θα κατηγορηθούν οι πρώτοι ένοχοι.

Όμως, δίπλα στο μεγάλο οικονομικό έγκλημα, υπάρχει και το άλλο έγκλημα, το πολιτικό. Έγκλημα διότι όπως δήλωσε ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Δώρος Ιωαννίδης, η οικονομική κατάρρευση είχε ξεκινήσει από το 2006 και μόλις το 2014 ξεκίνησε η διερεύνηση. Οκτώ ολόκληρα χρόνια, ούτε Κυβερνήσεις, ούτε αντιπολιτεύσεις, ούτε Κεντρικοί Τραπεζίτες πήραν είδηση τι συντελείτο στις τράπεζες. Αλλά αν αυτό αποτελεί αχαμπαροσύνη, το άλλο που υποψιάζεται, πολύ σωστά, ο πολίτης -να εγνώριζαν δηλαδή, και να απέκρυβαν- συνιστά έγκλημα. Και συναυτουργία.

Δεν μπορεί να πιστεύσει κανένας άνθρωπος με στοιχειώδεις γνώσεις, ότι οι πολιτικοί που κυβερνούσαν, τα πολιτικά κόμματα που εγνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις, και οι Κεντρικοί Τραπεζίτες, των οποίων αποστολή είναι να εποπτεύουν το τραπεζικό σύστημα, αγνοούσαν τι συνέβαινε και δεν οσφραίνοντο τι γινόταν.

Ποία είναι η ευθύνη τους, αν δεν γνώριζαν; Και ποία, η μεγαλύτερη η ευθύνη τους, αν εγνώριζαν και απέκρυβαν; Δεν πρέπει και αυτοί να καθίσουν στο εδώλιο μαζί με όσους συνέπραξαν στην οικονομική κατάρρευση;

Η απάντηση πρέπει να είναι «ναι». Και νομικά και ηθικά και πολιτικά, όσοι είτε από αμέλεια, είτε από ελλειματική εκτέλεση των καθηκόντων τους είτε από άγνοια, είτε, πολύ χειρότερα, από συγκάλυψη, δεν ενήργησαν αμέσως -τη στιγμή που συντελείτο το έγκλημα να διατάξουν διερεύνηση και άμεση λήψη μέτρων εναντίον όσων έσπρωχναν την οικονομία στην καταστροφή-, στοιχειοθετείται η δίωξή τους. Ενώ η οικονομία της Κύπρου οδηγείτο στον γκρεμό, ενώ επέκειτο η καταστροφή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, κάποιοι αδιαφορούσαν, άλλοι δεν εγνώριζαν, ενώ έπρεπε να γνωρίζουν, και άλλοι εγνώριζαν και συγκάλυπταν. Ή σιωπούσαν.

Οκτώ ολόκληρα χρόνια, εκθεμελιώνετο η οικονομία και κτιζόταν η καταστροφή. Και δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος σε αυτόν τον τόπο των πέντε γειτονιών και των δέκα σοκακιών να αντιληφθεί, να φωνάξει, να προειδοποιήσει, να ενημερώσει τον κόσμο, για το τι συνέβαινε. Όλοι άρμεγαν μέσα από την καταστροφή, όλοι συνέπρατταν, όλοι θριαμβολογούσαν, αλλά κανένας δεν μιλούσε. Όλοι εμφανίστηκαν ύστερα από οκτώ χρόνια για να θρηνήσουν επί των ερειπίων. Όλοι έγιναν ξαφνικά παντογνώστες και γνώστες του τι συνετελείτο εγκληματικά, εις βάρος του τόπου.

Σήμερα, κοινωνία, πολιτικοί, κυβερνήτες, αντιπολιτευόμενοι, καλούν τη Νομική Υπηρεσία να επιταχύνει, και να προχωρήσει εδώ και τώρα, στην εξιχνίαση ενός εγκλήματος, το οποίο, ενώ συντελείτο, ουδείς μιλούσε.

Αυτό και αν είναι έγκλημα. Ίσο με το έγκλημα των εκτελεστών.

Η ευθύνη είναι συλλογική. Και των τραπεζιτών, και των πολιτικών, και των κυβερνήσεων και των Κεντρικών Τραπεζιτών. Και όλων όσοι καθηκόντως είχαν υποχρέωση να κινηθούν έγκαιρα για να το διερευνήσουν, να το εξιχνιάσουν, να οδηγήσουν τους ενόχους ενώπιον της Δικαιοσύνης. Και αντ' αυτού άφησαν το έγκλημα αδιερεύνητο για οκτώ ολόκληρα χρόνια. Και όταν είχε επέλθει, πλέον, η καταστροφή...