Διερωτόμαστε γιατί η Κυβέρνηση, αντί να ασκήσει επιθετική διπλωματία έναντι της τουρκικής επιδρομικής ενέργειας, επιλέγει να απολογείται, συνεχώς, ως κατηγορούμενος, για την απόφασή της να αναστείλει τη συμμετοχή της σε έναν ήδη κλινικά νεκρό διάλογο. Ο Πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού εκλιπαρεί τον κ. Άιντα να βρει τρόπους, ώστε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να επιστρέψει με αξιοπιστία στο τραπέζι των συνομιλιών. Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, σε κάθε περίπτωση, επαναλαμβάνει κατά τρόπο απολογητικό ότι δεν φύγαμε από το τραπέζι και ότι θα επιστρέψουμε. Με την πρώτη ευκαιρία, διερωτόμαστε;

Γιατί αυτή η απολογητική στάση; Τι μήνυμα θέλει να στείλει η Κυβέρνηση; Ότι η κυπριακή πλευρά είναι η υπεύθυνη; Ή θεωρεί πως αντέδρασε με "υπερβάλλοντα ζήλο" σε μία, όχι και τόσο σοβαρή, κίνηση της Τουρκίας;

Η απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας, με τις ευλογίες και της υπόλοιπης πολιτικής ηγεσίας, συνιστούσε την ελάχιστη αντίδραση που μπορούσε να υπάρξει, έναντι της τουρκικής επιδρομής. Ακόμη και κυβερνητικοί παράγοντες ομολογούν ότι οι παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη, αποτελούν τη δεύτερη, μετά την τουρκική εισβολή του 1974, επιδρομή της Τουρκίας κατά της Κύπρου. Εάν η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν ισχυρό κράτος με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, θα απαντούσε διά των όπλων, σε αυτήν την ιταμή πρόκληση. Αποτελεί, όμως, ένα μικρό, ανίσχυρο και ανοχύρωτο ουσιαστικά κράτος, το οποίο μόνο με διπλωματικά μέσα είναι σε θέση να αντιδράσει.

Εφόσον, λοιπόν, η τουρκική επιδρομή συνιστά επίθεση κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Κυβέρνηση όφειλε να την αντιμετωπίσει και με προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας, και με συγκεκριμένη απαίτηση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση για λήψη μέτρων και διακοπή των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Δεν το έπραξε, προφανώς διότι φοβάται περαιτέρω κλιμάκωση των τουρκικών μέτρων εις βάρος του κυπριακού κράτους, και επειδή θέλει να διατηρήσει ανοικτές τις θύρες της ειρηνευτικής διαδικασίας. Τώρα, γιατί ελπίζει ακόμη σε εξεύρεση λύσης, μέσω ενός ψευδοδιαλόγου, κλινικά νεκρού, μόνο αυτή γνωρίζει.

Δεν μηδενίζουμε τις μεγάλες διπλωματικές προσπάθειες που καταβάλλει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, και η Κυβέρνηση, ώστε η Τουρκία να αποσύρει τα πολεμικά της σκάφη και να άρει τις κυκλωτικές στρατιωτικές κινήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ. Όμως, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσον η Τουρκία θα υποχωρήσει, πώς θα υποχωρήσει, εάν θα είναι προσωρινή η όποια αναδίπλωσή της και αν θα συνεχίσει να επιμένει σε διαμοιρασμό του ορυκτού πλούτου της Κύπρου μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Ή, ακόμη, και σε εξασφάλιση διαβεβαιώσεων, ώστε το θέμα του φυσικού αερίου να τεθεί στο τραπέζι των συνομιλιών.

Ανεξαρτήτως, όμως, των τουρκικών σχεδιασμών και προθέσεων, δεν μπορεί η Κυβέρνηση να ασκεί απολογητική και αμυντική πολιτική, έναντι της νέας τουρκικής επιδρομής. Οφείλει να αντεπιτεθεί με επιθετικούς σχεδιασμούς. Και με προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας και με αίτημα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση για επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία.

Η Άγκυρα δεν πρόκειται να τερματίσει την επεκτατική της πολιτική, ούτε θα σταματήσει να διεκδικεί το φυσικό αέριο. Θα κλιμακώνει τις αντιδράσεις της μέχρι τέλους. Από το 2011 προχωρεί, βήμα με βήμα, στην εκπλήρωση των στόχων της. Έναντι αυτής της τακτικής, η Κυβέρνηση, καλείται να ασκήσει πιο αποφασιστική πολιτική και να ετοιμάσει σχέδιο Β. Για να μην βρεθεί, πάλιν, όπως σήμερα, στη θέση να τρέχει ασθμαίνουσα και απολογούμενη πίσω από τα γεγονότα...