Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ειδικός Σύμβουλος του Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών υποβαθμίζει μία καθαρά επιδρομική ενέργεια εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε «θαλάσσια διαφορά». Όταν αφίχθη για πρώτη φορά στην Κύπρο, δήλωσε ότι δεν υπάρχουν άλυτα προβλήματα και ανέφερε σαν παράδειγμα τη θαλάσσια διαφορά της χώρας του με τη Ρωσία, η οποία παρέμενε άλυτη για μεγάλο χρονικό διάστημα και τελικά επιλύθηκε.
Του είπαμε, τότε, ότι είναι πολύ διαφορετικό να υπάρχει μία διαφορά μεταξύ δύο γειτονικών χωρών, και πολύ διαφορετικό να εισβάλλει μία χώρα σε μίαν άλλη, να κατακτά τμήμα τής επικράτειάς της, να το κατακρατεί για 40 χρόνια, εκδιώκοντας τους νόμιμους κατοίκους της, καταλαμβάνοντας τις περιουσίες τους, αλλάζοντας τον δημογραφικό χαρακτήρα της χώρας, κουβαλώντας εκατοντάδες χιλιάδες εποίκους και διαπράττοντας φρικτά εγκλήματα.
Ο κ. Άιντα ξανακτύπησε όμως και πάλιν, όταν και τη νέα επιδρομή της Τουρκίας κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην κυπριακή ΑΟΖ, την υποβαθμίζει σε «θαλάσσια διαφορά» και μιλά αορίστως για «εξελίξεις στη θαλάσσια περιοχή».
Τελικά, η τουρκική εισβολή και κατοχή μεταβαπτίστηκε, από την Τουρκία, σε «ειρηνευτική επιχείρηση» και τώρα σε «θαλάσσια διαφορά». Και αυτήν την ορολογία χρησιμοποιούν τα Ηνωμένα Έθνη. Ο ίδιος ο εκπρόσωπος του Διεθνούς Οργανισμού, προς τον οποίο προσβλέπουμε ως τον Οργανισμό ο οποίος θα δώσει λύση, σύμφωνη με τον Καταστατικό Χάρτη και τις αρχές του.
Την ίδια στιγμή, όμως, εκδηλώνονται και από άλλες πλευρές συμπεριφορές, οι οποίες αποκαρδιώνουν και εξοργίζουν.
Ο Ιταλός Πρέσβης στη Λευκωσία Γκουίντο Σερμπόνι, η χώρα του οποίου προεδρεύει της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και είναι δική της η εταιρεία που διενεργεί έρευνες υπό την απειλή των τουρκικών πολεμικών, δηλώνει ότι η Ιταλία χειρίζεται το θέμα των τουρκικών ενεργειών «μέσω της διπλωματικής οδού και κατά ένα διακριτικό τρόπο». Και προσθέτει: «Έχουμε πολύ καλές σχέσεις με την Τουρκία. Θεωρούμε την Τουρκία στρατηγικό εταίρο για την Ε.Ε., στρατηγικό εταίρο για την Ιταλία. Είναι μια φιλική χώρα για εμάς και θα εργαστούμε πάνω σε αυτό το θέμα με αυτήν».
Πρόκειται για δηλώσεις που εξοργίζουν. Δεν είμαστε αφελείς, βεβαίως, να αναμένουμε πως η Ιταλία θα στείλει τα πολεμικά της σκάφη και την αεροπορία της για να προστατεύσει την κυπριακή ΑΟΖ και να εκδιώξει τους Τούρκους. Αναμέναμε όμως το ελάχιστον. Ως προεδρεύουσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να απαιτήσει τη λήψη μέτρων και την επιβολή κυρώσεων κατά της Τουρκίας, για την επιδρομική της ενέργεια και την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Αντ' αυτού, αρκείται σε «διακριτικές θωπείες».
Φαίνεται, από τις μέχρι τώρα αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας, τα πράγματα να αντιστρέφονται. Και ενώ τη μεγάλη πίεση έπρεπε να την είχε δεχθεί η Τουρκία για την τυχοδιωκτική κίνησή της, τη δέχεται το θύμα, η Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό μαρτυρείται και από τις δηλώσεις των Ηνωμένων Εθνών και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Ο εκπρόσωπος των Ηνωμένων Εθνών, σε δηλώσεις του στη Νέα Υόρκη, επανέλαβε τον Άιντα, τονίζοντας ότι «όσο δύσκολο και αν είναι το Κυπριακό, πρέπει να λυθεί», καλώντας τις δύο πλευρές, επιδρομέα και θύμα, «να δράσουν υπεύθυνα και να αποφύγουν περαιτέρω κλιμάκωση».
Σε παρόμοια δήλωσή του, ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ «υπογράμμισε τη σημασία να εμπλακούν τα μέρη εποικοδομητικά, με τον κ. Άιντα, σε συνομιλίες για διευθέτηση».
Η κατάσταση πάει να ξεκαθαρίσει, όχι πάντως υπέρ της ελληνοκυπριακής πλευράς...




