Οι «καλοί λόγοι», τους οποίους εξασφάλισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τους Αμερικανούς αξιωματούχους και τον Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών, δεν έχουν καμία σημασία και αποτελούν επιταγές χωρίς αντίκρισμα, αν δεν συνοδευθούν με πράξεις.
Τους ίδιους και θετικότερους λόγους ακούσαμε και από τον Τζο Μπάιντεν όταν επεσκέφθη την Κύπρο, αλλά δεν υπήρξε καμία πρακτική εφαρμογή τους. Ακούσαμε ότι κομίζει σχέδιο για την Αμμόχωστο, ότι εμπειρογνώμονες θα εισέλθουν στην πόλη, ότι η Κύπρος αποτελεί «ισχυρό στρατηγικό εταίρο», ακούσαμε για παρεμβάσεις στην Άγκυρα, αλλά τίποτε απ' όλα αυτά δεν υλοποιήθηκε.
Τώρα έρχεται ο Τζον Κέρι να μας υποσχεθεί με τη σειρά του πολλά και ο Πρόεδρος Αναστασιάδης να εξαγγείλει επίσκεψη τού Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών στην Κύπρο, «αν υπάρξουν εξελίξεις στο Κυπριακό».
Αλλά κανένα σημάδι εξελίξεων δεν αναμένεται στο πρόβλημα, καθώς ούτε αλλαγή στη στάση της Τουρκίας προδιαγράφεται, ούτε προοπτική τέτοιας αλλαγής αναμένεται. Τις εξελίξεις δεν τις κατασκευάζουν από μηχανής θεοί, ούτε υποσχέσεις.
Εξελίξεις είναι σε θέση να δημιουργήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, εάν αποφασίσουν να κινηθούν αποφασιστικά και να ασκήσουν πίεση επί της Τουρκίας. Και αυτήν τη στιγμή, και καθώς οι ΗΠΑ αναζητούν συμμάχους για να ανακόψουν τον ορμητικό ποταμό των ισλαμιστών που κατέρχονται απειλητικά προς την Ευρώπη, είναι δύσκολο να πιέσουν τον ισχυρότερο, από την Κύπρο, στρατηγικό εταίρο τους, να κάμει παραχωρήσεις υπέρ του ασθενεστέρου, και μόνο κατ' όνομα, «στρατηγικού εταίρου», της Κύπρου.
Σαράντα χρόνια βιώνουμε μία πολιτική ωραίων λόγων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που δεν μεταφράζεται σε πρακτική πιέσεων προς την Τουρκία, αλλά πολλές φορές λαμβάνει και εχθρική μορφή, έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το σχέδιο Ανάν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα του τι μπορούμε να αναμένουμε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες έχουν ήδη ανοίξει τις πύλες του Λευκού Οίκου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στον Ναμί και στον Οζερσάι.
Δικαιούμαστε, συνεπώς, ελάχιστη πίστη να προσδίδουμε στις αμερικανικές υποσχέσεις, μέχρις ότου δούμε να μεταφράζονται σε πιέσεις επί της Τουρκίας και σε αλλαγή της τουρκικής στάσης.
Ανάλογη στάση πρέπει να τηρηθεί και έναντι των διαβεβαιώσεων του Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος υποσχέθηκε «να μιλήσει» στον Ερντογάν για την Κύπρο. Και απ' ό,τι μεταδόθηκε, η αντίδραση του Ερντογάν κατά τη συνάντησή του με τον Μπαν Κι Μουν ήταν «να δοθεί ώθηση στις συνομιλίες».
Πέραν των επικοινωνιακών θριαμβολογιών και των πρόωρων πανηγυρισμών και των επαναλήψεων των γραφικών ατάκων του παρελθόντος «κερδίζουμε έδαφος» και «το Κυπριακό είναι αναβαθμισμένο», οφείλουν οι κυβερνώντες να παραμένουν προσγειωμένοι, ενώπιον των δύσκολων πραγματικοτήτων. Ουδείς πιέζει την Τουρκία, ουδείς επιχειρεί να της υποδείξει να διαφοροποιήσει τη στάση και την πολιτική της στο Κυπριακό.
Με τα λόγια και τις ευχές δεν διανοίγονται προοπτικές, και οι θριαμβολογίες και η δημιουργία ψευδαισθήσεων δεν βοηθούν, αλλά είναι δυνατόν, όταν διαψευστούν, να εξαφανίσουν εντελώς και το ελάχιστο αίσθημα ελαχίστων, ότι είναι δυνατή η εξεύρεση λύσης.
Χαμηλά ο πήχης των κυβερνώντων, διότι επενδύουν ελπίδες σε ανύπαρκτους παράγοντες, ή σε παράγοντες που κατασκευάζει η φαντασία τους...




