Μέσα στη ζοφερή οικονομική συγκυρία που βιώνει ο τόπος, ο τουρισμός είναι ακόμα η σημαντικότερη πηγή εσόδων. Αιμοδοτεί ισχυρά την κυπριακή οικονομία και στηρίζει πολλούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Η εφημερίδα αυτή, από της ιδρύσεώς της, κανοναρχεί μερικές στοιχειώδεις αρχές που, δυστυχώς, οι καθ’ ύλην αρμόδιοι του τουρισμού, διαχρονικά, αποτυγχάνουν να κατανοήσουν. Μετά την τουρκική εισβολή και το νέο «οικονομικό θαύμα» που ακολούθησε, η οικονομία στηρίχτηκε περισσότερο στον τουρισμό.
Οι αγορές ήταν κυρίως η εξής… μία: Η βρετανική και ακολουθούσαν η Γερμανία, η Γαλλία, Σκανδιναβικές χώρες. Γράψαμε και εξηγήσαμε τότε πως δεν ήταν δυνατόν να έχουμε όλα σχεδόν τα τουριστικά αβγά μας κυρίως στο βρετανικό καλάθι. Και ότι έπρεπε να διαφοροποιήσουμε τις αγορές μας και για λόγους ασφαλείας. Πέρασαν τα χρόνια, η Κύπρος διήλθε μέσα από κρίσεις -εισαγόμενες και εντόπιες- και φτάνουμε σήμερα, στη νέα μεγάλη οικονομική κρίση. Και πάλιν ο τουρισμός είναι η μόνη ουσιαστικά εναπομείνασα κινητήριος δύναμη για την ασθμαίνουσα, από τα χτυπήματα της Τρόικας, οικονομία μας.
Ο τουρισμός μας, πού στηρίζεται τα τελευταία χρόνια; Κυρίως στη ρωσική αγορά. Όχι μόνο Ρώσοι επιχειρηματίες ανακάλυψαν τις κυπριακές τράπεζες ή επιχειρούν εδώ, αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσοι πολίτες επιλέγουν να επισκεφθούν το νησί μας για πολλούς και διάφορους λόγους. Οι Ρώσοι επισκέπτες αποδείχτηκαν πολύ καλύτεροι -σε δαπάνες- από τους Βρετανούς, π.χ. ή και άλλους ξένους. Όμως η ουκρανική κρίση, τα μέτρα και οι κυρώσεις που η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ επέβαλαν στη Ρωσία, είχαν αντίκτυπο και στις επισκέψεις Ρώσων στο νησί μας.
Όχι μόνο αυτό. Προχθές ανακοινώθηκε πως ρωσικό τουριστικό πρακτορείο, που μεταφέρει γύρω στους 15.000 τουρίστες στην Κύπρο, πτώχευσε. Αυτά συμβαίνουν στα τουριστικά πράγματα. Με αφορμή αυτό το γεγονός, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Τουριστικών Πρακτόρων Κύπρου Βίκτωρ Μαντοβάνης, σε δηλώσεις του, είπε πως «πρέπει να δούμε προσεχτικά, να προβληματιστούμε για το μείγμα των αγορών που έχει το νησί μας. Αυτήν τη στιγμή εξαρτώμεθα από τη ρωσική και την αγγλική αγορά. Πρέπει κάπου ν’ αλλάξουμε αυτό το δεδομένο».
Ο Β. Μαντοβάνης έδωσε το παράδειγμα της Ελλάδος, όπου οι δύο μεγαλύτερες τουριστικές αγορές έχουν το 23% της ελληνικής αγοράς, ενώ στην Κύπρο, Ρωσία και Βρετανία διοχετεύουν το 65% της τουριστικής κίνησης. Αυτό δεν είναι υγιές, παρατήρησε. «Δεν λέμε ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη Ρωσία ή την Αγγλία, αλλά πρέπει να στραφούμε και προς άλλες παραδοσιακές αγορές», και έδωσε τα παραδείγματα μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία.
«Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα διαφοροποιημένο μείγμα τουριστών, ώστε να μην εξαρτώμεθα από δύο αγορές ή από λίγους τουριστικούς πράκτορες του εξωτερικού και, αν τυχόν υπάρξουν πτωχεύσεις, να επιφέρουν μεγάλες επιπτώσεις στον τόπο μας». Οι θέσεις του Προέδρου του ACTA είναι ορθές και επιβεβαιώνουν διαχρονικές αναλύσεις και εισηγήσεις της «Σ».
Οι καθ’ ύλην αρμόδιοι φορείς και ειδικά ο ΚΟΤ επιχαίρουν για τους αριθμούς τουριστών και εσόδων. Αυτά τα στοιχεία είναι σημαντικά, αλλά πολύ πιο σημαντικό είναι να σταματήσουμε να βάζουμε τα τουριστικά αβγά μας σε ένα-δυο καλάθια. Ο τουρισμός είναι ευαίσθητος τομέας, που επηρεάζεται από πλειάδα γεγονότων, εξελίξεων, πολιτικών, οικονομικών, συγκρούσεων, αναταράξεων, κτλ.
Άρα, ορθή και σοφή πρακτική και τουριστική πολιτική επιβάλλει διαφοροποίηση, επιτέλους, των τουριστικών αγορών ώστε, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε παράγοντες, η ροή τουριστών στο νησί μας να μην επηρεάζεται. Με την ταυτόχρονη αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών και σε άλλους τομείς, πέραν του ήλιου και της θάλασσας. Κυρίως, με την εμπέδωση της παραδοσιακής ελληνικής κυπριακής φιλοξενίας και ζεστασιάς.




