Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης έστειλε, μέσω του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Βενιζέλου, επιστολή προς τον Πρόεδρο της κατοχικής Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο και συνεχάρη για την εκλογή του. Εφόσον οι πλανήτες έχουν εκτροχιαστεί από τη λύση, καταβάλλεται νέα εξευμενιστική προσπάθεια για να έρθει ο Ερντογάν στον ορθό δρόμο. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η χειρονομία του Προέδρου υποδηλοί ανωτερότητα. Και κάποιος άλλος θα μπορούσε να πει ότι με τον τρόπο αυτόν υποβοηθείται η αποενοχοποίηση της Τουρκίας.
Η ουσία είναι ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν λειτουργούν επί τη βάσει φιλοφρονήσεων, αλλά σκληρών συμφερόντων. Συνεπώς, ο Ερντογάν ούτε δάκρυσε από συγκίνηση ούτε σε δύσκολη θέση ήρθε με την επιστολή Αναστασιάδη. Ούτε τον εκτίμησε περισσότερο απ' ό,τι μπορεί να τον εκτιμά, αλλά ούτε και η διεθνής κοινότητα θα ασκήσει πιέσεις στην Τουρκία. Προφανώς, ο Ερντογάν θα μειδίασε. Οι σουλτάνοι ανέκαθεν, ακόμη και αν κολακεύονταν από τους εξευμενισμούς, στο τέλος ουδόλως υπολόγιζαν ή σέβονταν όσους ήταν ευγενικοί μαζί τους ή υποκλίνονταν σε αυτόν. Δεν δίσταζαν ακόμη και να τους τιμωρήσουν!
Αυτό το οποίο θα ανέμενε κανείς από τον Πρόεδρο δεν ήταν ένα συγχαρητήριο τηλεγράφημα και τη διαρροή ότι οι Τούρκοι τον θεωρούν καλό συνομιλητή, αλλά μια άλλη κίνηση. Για λόγους αρχής, θα έπρεπε να ζητήσει μέσω Βενιζέλου και ΕΕ: Πρώτο, την απόσυρση του τουρκικού εγγράφου της 23ης Ιουνίου, όπως αυτό κατατέθηκε στην ΕΕ και χαρακτηρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία ως εκλιπούσα. Δεύτερο, την καταγγελία του κ. Ερντογάν και την επίδοση ρηματικής διακοίνωσης από τον κ. Βενιζέλο, επειδή ο νέος Τούρκος Πρόεδρος θα επισκεφθεί παρανόμως τα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΕ. Αυτή μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι είναι μια αξιοπρεπής στάση, με την οποία ακόμη και αν διαφωνεί ο Ερντογάν, θα είναι υποχρεωμένος να τη σεβαστεί. Διότι, κανείς δεν μπορεί να κερδίσει τον σεβασμό των άλλων, εάν στην πράξη δεν δείχνει ότι σέβεται τον εαυτό του!
Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι με μια ρηματική διακοίνωση θα αποχωρήσουν τα κατοχικά στρατεύματα. Είναι η πρώτη βαθμίδα μιας στρατηγικής για την πρόκληση κόστους στην Τουρκία. Διότι, η πολιτική των εξευμενισμών δεν οδήγησε πουθενά. Εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Και τροφοδοτεί την τουρκική αδιαλλαξία, η οποία αποτυπώνεται σήμερα στις συνομιλίες. Οι Τούρκοι ζητούν ένα σχέδιο λύσης χειρότερο από εκείνο του σχεδίου Ανάν. Και αυτό δεν δικαιώνει όσους είπαν «ναι» στο δημοψήφισμα του 2004. Αντιθέτως, το σχέδιο Ανάν ήταν αποτέλεσμα της ίδιας με σήμερα εξευμενιστικής πολιτικής, που επιβεβαιώνει το αυτονόητο: Ενόσω χαϊδεύουμε την Άγκυρα και ενόσω την εξευμενίζουμε, αυτή αξιώνει τη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της εισβολής. Την πλήρη υποταγή.
Εάν δεν καταρτιστεί νέα στρατηγική για την επανενσωμάτωση των κατεχομένων στην Κυπριακή Δημοκρατία, όπως προνοεί η ένταξή της στην ΕΕ, και σχετικές αποφάσεις που αποτελούν τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου, εάν δεν προκληθεί στην Άγκυρα κόστος, εντός και εκτός ΕΕ, εάν δεν καταρτιστούν συμμαχίες, η Τουρκία θα συνεχίσει να προελαύνει και δεν θα δίνει δεκάρα για τη λύση του Κυπριακού, όταν ούτως ή άλλως ελέγχει το νησί. Και από την κατοχή δεν έχει κόστος, παρά μόνο δώρα εισπράττει και στις συνομιλίες και στην ΕΕ.
Είναι, δε, αφέλεια να επενδύει κάποιος είτε σε επιστολές είτε στη διαμεσολάβηση του κ. Βενιζέλου περί της αλλαγής της τουρκικής πολιτικής, με την ελπίδα να καταστεί διαλλακτικότερη στο Κυπριακό. Αυτό και αν είναι ουτοπία και πολιτική απλής αυτοϊκανοποίησης αντί ουσιαστικού, δηλαδή χειροπιαστού αποτελέσματος και ρεαλισμού, που θα οδηγεί σε δημοκρατική και βιώσιμη λύση, και όχι στην ολοκληρωτική υποταγή μέσω ομοσπονδίας τουρκικών προδιαγραφών.




