Η συμπεριφορά κυβέρνησης και πολιτικών κομμάτων, απογοητεύει για πολλοστή φορά τους πολίτες. Αντί σε ένα κρίσιμο και ευαίσθητο θέμα για την κοινωνία, την εκποίηση περιουσιών, να υπάρξει η όσο το δυνατόν, αν όχι η μεγαλύτερη συναίνεση, έναντι της Τρόικας, ώστε να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της Κύπρου, παρουσιάζονται χαώδεις διαφορές στις θέσεις ενός εκάστου. Με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται δύο στρατόπεδα: Εκείνο της Τρόικας και της κυβέρνησης, και το δεύτερο, ένα μέτωπο των πολιτικών δυνάμεων ενάντια στις επιλογές του πρώτου.

Όπως και στο εθνικό θέμα, μία κοινή φωνή των πολιτικών δυνάμεων προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι της τουρκικής πλευράς και ενδυναμώνει τις κυπριακές θέσεις, έναντι του διεθνούς παράγοντα, και το αντίθετο, η βαβυλωνία στις θέσεις της κυπριακής πλευράς, ενισχύει τις τουρκικές θέσεις, το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση των Τροϊκανών απαιτήσεων.

Είναι απαράδεκτο, τη στιγμή που κινδυνεύουν τα σπίτια του κόσμου, να εκδηλώνονται τόσο συγκρουσιακές καταστάσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και μεταξύ κομμάτων και κυβέρνησης, ωσάν το θέμα να μην είναι κοινωνικό, αλλά να αποτελεί θέμα κομματικών σκοπιμοτήτων.

Η κυβέρνηση, όφειλε, κατ αρχή, να αντιμετωπίσει έγκαιρα και με κάθε σοβαρότητα και υπευθυνότητα, το θέμα των εκποιήσεων, το οποίο εάν αφεθεί στις ορέξεις των δανειστών, είναι δυνατόν, να προκαλέσει κοινωνική έκρηξη, με όλους τους συνεπαγόμενους κινδύνους. Εδώ και χρόνια ήταν γνωστά τα δεδομένα και οι μεγάλες προεκτάσεις που θα είχαν στην οικονομία, στις τράπεζες και στην κοινωνία. Συνεπώς, έπρεπε έγκαιρα να αντιμετωπισθεί και να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα. Όχι να αφήνεται σε λαθροβίωση και να τρέχει η κυβέρνηση να το αντιμετωπίσει, την τελευταία στιγμή. Εκτός και αν σκοπίμως αφέθη χωρίς αντιμετώπιση, μέχρι σήμερα.

Κατά δεύτερο, ο διάλογος κυβέρνησης-κομμάτων, έπρεπε να είχε ξεκινήσει, πριν από το διάλογο με την Τρόικα και όχι εκ των υστέρων. Δεν γνωρίζουμε τι είδους διεκδίκηση έκαμε η κυβέρνηση και τι έχει επιτύχει για να ελαφρύνει τα βάρη των οφειλετών και δη εκείνων που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες.

Αλλά αν κρίνει κάποιος από το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, και τις εν ριπή οφθαλμού εκποιήσεις που προβλέπονται, είναι φανερό, ότι ελάχιστη διαπραγμάτευση και διεκδίκηση υπήρξε, ή δεν υπήρχαν περιθώρια διεκδικήσεων. Το ορθότερο ήταν να προηγηθεί διάλογος με τα κόμματα, να υπάρξουν, κατά το δυνατό, κοινές προσεγγίσεις και να παρουσιασθούν ενώπιον της Τρόικας, οι κοινές θέσεις της κυπριακής πλευράς. Ισχυρότερη θα ήταν η διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης.

Τρίτο: Γιατί το πλαίσιο αφερεγγυότητας, δεν ετοιμάστηκε μαζί με το νομοσχέδιο, και αφέθη σε αργότερο στάδιο; Είχε απεριόριστο χρόνο η κυβέρνηση να ετοιμάσει το πλαίσιο αφερεγγυότητας. Γιατί δεν το έπραξε, ώστε και τα δύο να έλθουν ενώπιον της Βουλής και να κριθούν;

Αυτή τη στιγμή, έχει δημιουργηθεί μία καταστροφική βαβυλωνία. Το νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις δεν γίνεται αποδεκτό, ως έχει, από κανένα κόμμα. Ακόμη και από τον ΔΗΣΥ και το ΕΥΡΩΚΟ. Είναι αδύνατο να περάσει ως έχει από τη Βουλή. Η κυβερνητική πλευρά προειδοποιεί ότι η Τρόικα, μόνο επουσιώδεις τροποποιήσεις αποδέχεται και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να αποδεχθεί αλλαγή στη φιλοσοφία του νομοσχεδίου.

Το κράτος κινδυνεύει να βρεθεί προ του γνωστού διλήμματος: Να απορρίψει η Βουλή το νομοσχέδιο και να μην εκταμιευθεί η επόμενη δόση. Με όλα τα συνεπακόλουθα. Ή να εγκριθεί, αλλά να αφεθεί απροστάτευτος ο πολίτης και να χάσει το σπίτι του.

Ποιος θα λύσει τον νέο γόρδιο δεσμό; Η λύση αφήνεται, στη συνειδητοποίηση των κινδύνων και σε μία κοινή αντιμετώπιση των πολιτικών παρατάξεων, έστω και την υστάτη. Ως συνήθως, θα τρέχουμε να σώσουμε, ό,τι περισώζεται...