Ο Βρετανός Εργατικός βουλευτής, Άλαν Μηλ, σε δηλώσεις του στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, επέκρινε την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη στάση της στο Κυπριακό και διερωτήθηκε «ποιο είναι το νόημα μιας ευρωπαϊκής οικογένειας, αν δεν υποστηρίζουμε τα μέλη της». Και προχώρησε να προσθέσει: «Αυτό που πρέπει να κάνουμε, είναι όχι να ζητάμε από την Τουρκία να φύγει, αλλά να απαιτούμε να φύγει».
Όσον αφορά το ερώτημα «ποιο είναι το νόημα μιας ευρωπαϊκής οικογένειας, αν δεν υποστηρίζει τα μέλη της», αυτό έπρεπε να είχε ήδη τεθεί φορτικά από την κυπριακή ηγεσία προς τους ταγούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντ' αυτού, οι ηγέτες μας αναλίσκονται σε εκκλήσεις και σε ικεσίες προς την Ε.Ε. να παρέμβει προς την Τουρκία και να της συστήσει να καθίσει λίγο πιο φρόνιμα...
Η άλλη, όμως, τοποθέτηση του κ. Μιλ αφορά περισσότερο τους δικούς μας ηγέτες. Όχι να ζητούν, αλλά να απαιτούν να φύγει η Τουρκία από την Κύπρο, λέγει.
Πότε, στ' αλήθεια, απαίτησαν να φύγει;
Ουδέποτε, ίσως. Αρκούνται απλώς σε ικεσίες προς την Τουρκία, να διαφοροποιήσει την πολιτική της, προς το συμβιβαστικότερο. Τόσο ο Δημοκρατικός Συναγερμός, όσο και το ΑΚΕΛ, επιμένουν σε μία πολιτική, η οποία όχι μόνο δεν απαιτεί, αλλά σε τελευταία ανάλυση απο-ενοχοποιεί την κατοχική δύναμη. Και την τοποθετεί εκτός «παιγνιδιού», αναβαθμίζοντας την υποτελή τουρκοκυπριακή ηγεσία σε υπεύθυνο παράγοντα, με τον οποίο θα συζητήσει και θα καταλήξει σε συμφωνία επίλυσης του προβλήματος.
Το «απαιτώ να φύγει η Τουρκία», διεγράφη και ως πολιτική και ως φρασεολογία. Το πολύ πολύ να ακουστεί σε κάποια εθνικά μνημόσυνα και επικηδείους και αυτό πολύ αραιά. Αντεκατεστάθη από το ηπιότερο «καλώ την Τουρκία...».
Ως εκ τούτου, και αφού το θύμα δεν απαιτεί, αλλά παρακαλεί, γιατί ζητούμε από τους τρίτους να απαιτήσουν και να κάμουν αυτό που αποφεύγουμε εμείς να πράξουμε;
Δεν είναι, βεβαίως, με τους λόγους που θα φύγει η Τουρκία. Επιβάλλεται να υπάρξει ανάλογη αποφασιστική πολιτική, που δεν θα εκλιπαρεί αλλά θα απαιτεί από την Τουρκία να φύγει, και θα απαιτεί από τους τρίτους να συμπεριφερθούν με την ίδια αποφασιστικότητα, έναντι του επιδρομέα. Όταν η επίσημη πολιτική της Λευκωσίας μετατρέπει ένα πρόβλημα εισβολής και κατοχής σε δικοινοτική διαφορά, και τοποθετεί την Τουρκία εκτός προβλήματος, το ίδιο θα πράξουν και οι τρίτοι.
Η απαίτηση να φύγει η Τουρκία και ως πολιτική και ως φραστική τοποθέτηση, πρέπει να τίθεται σε κάθε ξένο αξιωματούχο και σε κάθε προσφερόμενο διεθνές βήμα. Η Τουρκία κατέχει έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, βαρύνεται με εγκλήματα κατά της ανθρωπότητος, εκτελέσεις αμάχων, εποικισμό, εθνοκάθαρση.
Και πρέπει να υπάρχει απαίτηση να φύγει. Να υπάρχει απαίτηση λήψης αποφάσεων από τα διεθνή κέντρα, που να την υποχρεώνουν να φύγει. Δεν μπορεί ο Ερντογάν να καταγγέλλει το Ισραήλ για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Γάζα, να καταγγέλλει την ανοχή και την αδιαφορία της διεθνούς κοινότητας, έναντι μίας επιδρομής και η Κυπριακή Κυβέρνηση να μην αρθρώνει λόγο και να του απαντά κατά τον ίδιο τρόπο.
Αποτελεί απαράδεκτη ολιγωρία, να αφήνεται ο Ερντογάν να αλωνίζει στο διεθνές πεδίο και να μην υπενθυμίζει η υπεύθυνη κυπριακή Κυβέρνηση στη διεθνή κοινή γνώμη, ότι αυτά που καταγγέλλει και για τα οποία ωρύεται ο Τούρκος Πρωθυπουργός, τα διέπραξε σε μεγαλύτερη έκταση η χώρα του, πριν από 40 χρόνια στην Κύπρο...




