Ακούσαμε τον Υπουργό Εξωτερικών να δηλώνει χθες (συνέντευξη στο ΡΙΚ), ότι η Κυβέρνηση αναμένει από την Τουρκία να ανοίξει τα χαρτιά της στο Κυπριακό.
Αλλά τώρα θα ανοίξει τα χαρτιά της η Άγκυρα; Πολύ πριν και από την εισβολή, έθεσε μπροστά στις ηγεσίες του Ελληνισμού, εδώ και στην Αθήνα, ορθάνοικτα τα χαρτιά και τη στρατηγική της στο Κυπριακό. Και έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι ο επικεφαλής της κυπριακής διπλωματίας αναμένει σήμερα να πληροφορηθεί ποια είναι τα «τουρκικά χαρτιά». Είναι χαρτιά που «φωνάζουν» ότι στόχος της Τουρκίας είναι η διχοτόμηση της Κύπρου και, εν συνεχεία, η πλήρης κατάκτηση και τουρκοποίησή της.

Όσοι αναμένουν ότι μετά τις τουρκικές εκλογές, και τον βέβαιο θρίαμβο του Ταγίπ Ερντογάν, θα ανοίξουν πιο «διαλλακτικά» χαρτιά από την Άγκυρα, ματαιοπονούν. Ακόμη πιο σκληρή θα γίνει η τουρκική πολιτική, με τον Ερντογάν απόλυτο σουλτάνο και κυρίαρχο στην πολιτική σκηνή της χώρας. Πόσες φορές η ηγεσία μας επένδυσε ελπίδες σε τουρκικές εκλογές; Πάντοτε διαψεύδεται. Διότι η τουρκική πολιτική δεν έχει πολλούς αφέντες. Μία είναι. Πανεθνική με αδιαπραγμάτευτους στόχους: Λύση διχοτομική, θνησιγενής, κατάρρευση της συμφωνίας, μετατροπή του «ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους» σε κοινότητα και κατάληψη ολόκληρης της Κύπρου.

Όσοι δεν βλέπουν το τουρκικό χαρτί, ή προσπαθούν να επενδύσουν σε τουρκικές εκλογές, μυωπάζουν πολιτικά. Και μυωπάζουν επικίνδυνα. Δεν έχει χρόνο η ηγεσία να προσφέρει φρούδες ελπίδες και να αποκοιμίζει τον κόσμο με όνειρα θερινής νυκτός. Η προσπάθειά της πρέπει να επικεντρωθεί, σε συνεργασία με την Αθήνα, σε εξουδετέρωση των τουρκικών στόχων. Αλλά όταν ακούει κάποιος τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να δηλώνει ότι «θα συνεχίσουμε τον διάλογο», δεν μπορεί να τρέφει προσδοκίες για το μέλλον.

Είναι πολύ αμφίβολο εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Γιούνκερ με την τακτική της θωπείας ή και με τις θετικές φραστικές τοποθετήσεις, μπορούν να κάμψουν την τουρκική αδιαλλαξία, ώστε να αποδεχθεί λύση βιώσιμη. Και εφόσον η κυπριακή ηγεσία έχει υποβαθμίσει το Κυπριακό σε πρόβλημα δικοινοτικών διαφορών, αυτή η προσέγγιση έχει υποβοηθήσει αφάνταστα την πολιτική των ξένων κέντρων αποφάσεων, στο να επιμείνουν σε αυτό που η κυπριακή πλευρά τους ωθεί. Η Τουρκία αφήνεται έξω από το παιγνίδι και οχυρώνεται πίσω από την αποδοχή του σχεδίου Ανάν, για να δηλώνει, όπως δηλώνει «εμείς κάναμε αυτό που έπρεπε το 2004. Πηγαίνετε στους Ελληνοκυπρίους».

Χρειάζεται εκ βάθρων αναθεώρηση της στρατηγικής Αθηνών και Λευκωσίας. Με επικλήσεις προς την κατοχική χώρα, τύπου «καλούμε την Τουρκία να συμμορφωθεί και να αλλάξει στάση», τίποτε δεν επιτυγχάνεται. Αυτές τις επικλήσεις τις ακούμε σαράντα χρόνια και αποτέλεσμα δεν βγαίνει. Τις ακουν και στην Άγκυρα και γελούν.

Το Κυπριακό πρέπει να τεθεί ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής, και όχι ως πρόβλημα δικοινοτικής διαφοράς. Καλό είναι να ζητείται η βοήθεια ισχυρών χωρών, ώστε να τεθεί υπό πίεση η Τουρκία. Αλλά προηγουμένως η Τουρκία πρέπει να τύχει αντιμετώπισης από την Κυπριακή Δημοκρατία, ως χώρα επιδρομική, κατοχική και να τίθεται στο εδώλιο κάθε προσφερόμενου διεθνούς βήματος. Δεν είναι νοητό να αφήνονται ανεκμετάλλευτες αποφάσεις διεθνών βημάτων και δικαστηρίων. Ούτε και να καθίσταται ο διακοινοτικός διάλογος η μία και μοναδική επιλογή της κυπριακής πλευράς. Πολύ περισσότερο, όταν διαπιστώνεται ότι ο διάλογος λαθροβιώνει και καθίσταται αδύνατη η επίτευξη συμφωνίας.

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας κατέγραψε, προχθές, τις χαώδεις διαφορές. Σε τι επενδύουν Αθήνα και Λευκωσία, ότι αυτές οι χαώδεις διαφορές ξαφνικά θα γεφυρωθούν;