Δεν υπάρχει, ίσως, πιο ρεαλιστική απεικόνιση της κατάστασης στην οποία βρίσκεται ο ψευδοδιάλογος για το Κυπριακό, από αυτήν που περιέγραψε ο διαπραγματευτής Ανδρέας Μαυρογιάννης, στην ομιλία του, στη συγκέντρωση του Κινήματος των Οικολόγων. Κατέγραψε, μέσα από μερικές παραγράφους, την ουσιαστική κατάρρευση των συνομιλιών, όπως την είχε προβλέψει προ πολλού η "Σημερινή", σε σειρά άρθρων της.
"Τα πράγματα, είναι πολύ δύσκολα, πολύ άσχημα. Δεν είναι αρκετό να επικαλούμαστε το δίκαιο, ούτε τα ισχυρά επιχειρήματα μας, και δεν έχουμε αυταπάτες... Το αναβαθμισμένο διεθνές ενδιαφέρον και οι συγκυρίες αυτή τη δεδομένη στιγμή, δεν μεταφράζονται σε κάτι συγκεκριμένο και δεν διοχετεύονται στο τραπέζι των συνομιλιών" τόνισε.
Μεθερμηνευόμενα, όσα με πολλή ειλικρίνεια και ρεαλισμό είπε ο διαπραγματευτής, σημαίνουν: Δεν γίνεται βήμα προς τα εμπρός στις συνομιλίες. "Είναι δύσκολο να βρίσκεσαι απέναντι από κάποιο, που έχει την προσέγγιση ότι δήθεν, το 1974, έγινε ειρηνευτική επέμβαση στην Κύπρο και ότι δεν υφίσταται εποικισμός και με κάποιον που θέλει τη νομιμοποίηση της κατοχής", ανέφερε ο κ. Μαυρογιάννης.
Αλλά αυτό, δεν πρέπει να εκπλήσσει. Σαράντα χρόνια διαλόγου, αυτή ήταν πάντοτε η στάση της τουρκικής πλευράς. Υπήρξε προβλεπτή. Και δεν είναι εις πίστιν της κυβέρνησης, να το διαπιστώνει σήμερα.
Το άλλο, όμως, το πλέον ανησυχητικό, είναι η διαπίστωση του κ. Μαυρογιάννη, ότι στην ουσία και στην πράξη, το λεγόμενο διεθνές ενδιαφέρον είναι φιλολογικό και το περιβόητο "μομέντουμ", δεν μεταφράζεται πρακτικά και "δεν διοχετεύεται στο τραπέζι των συνομιλιών". Δηλαδή, δεν εκδηλώνεται καμία επιρροή, ούτε διεθνής πίεση επί της Άγκυρας, ώστε να υπάρξουν δείγματα γραφής αναπροσαρμογής πολιτικής στο κυπριακό.
Το διαφαινόμενο ναυάγιο, είναι και εις γνώσιν της ελληνικής κυβέρνησης, εξ ού και η δήλωση της κυβερνητικής εκπροσώπου στην Αθήνα Σοφίας Βούλτεψη, για "εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις", υπό το φως των προσφάτων δηλώσεων των Γκιουλ και Έρογλου. Και πρόσθεσε ότι αυτά θα συζητηθούν κατά την προσεχή επίσκεψη του Προέδρου Αναστασιάδη, στην Αθήνα, και τη συνάντηση που θα έχει με τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά.
Έχουμε οδηγηθεί πλέον σε ένα οριακό σημείο, όπου χρειάζονται αποφάσεις και αποκόλληση από τη μέχρι τώρα στρατηγική. Επιβάλλονται πανεθνικές αποφάσεις και η Αθήνα, οφείλει επιτέλους, να εμπλακεί και να διαδραματίσει τον ρόλο της, στη λήψη αποφάσεων αντιμετώπισης του επικείμενου ναυαγίου των συνομιλιών. Τα διλήμματα είναι δεδομένα:
Συνεχίζει η ηγεσία να αυτοεμπαίζεται και να παίζει με το κριτήριο του λαού, επιμένουσα σε μία άγονη γραμμή και αναποτελεσματική πολιτική; Θα συνεχίσει να παρακάθεται σε ένα διάλογο χωρίς αρχή και τέλος, ο οποίος βρίσκεται ήδη στον αναπνευστήρα και θα ελπίζει πως ο ετοιμόθανατος θα αναρρώσει και θα σηκωθεί στα πόδια του; Και εάν όχι, πώς προχωρούμε; Ποία στρατηγική επιλέγουν οι δύο κυβερνήσεις; Πώς αντιμετωπίζεται το διαφαινόμενο αδιέξοδο και οι οδυνηρότατες επιπτώσεις του;
Δεν νομιμοποιείται πλέον, ούτε η Αθήνα να παρακολουθεί απαθής τα γεγονότα να τρέχουν εις βάρος της εθνικής υπόθεσης, ούτε η ηγεσία εδώ, να συμμετέχει σε ένα παιγνίδι χωρίς τέλος, και χωρίς να αποδίδει παρά μόνο αδιέξοδα. Οφείλουν να συνειδητοποιήσουν τις βαρύτατες ευθύνες τους, ενόψει του διαφαινομένου ναυαγίου και των πολύ επικίνδυνων επιπτώσεων οι οποίες θα ακολουθήσουν. Και να λάβουν αποφάσεις τώρα.
Η Τουρκία, ούτε πιέζεται, ούτε διάθεση έχει να ασχοληθεί καν με το κυπριακό. Έχει έτοιμο σχέδιο Β. Και η διεθνής κοινότητα, έχει άλλα πολύ πιο επείγοντα και σοβαρότερα προβλήματα, να ασχοληθεί και να αποφασίσει. Στη Γάζα υπάρχει λουτρό αίματος και στην Ουκρανία η κατάσταση καθίσταται επικίνδυνη. Με το Κυπριακό θα ασχολείται;




