Υπάρχει μία δόση δικαιολογημένης απογοήτευσης στη δήλωση του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Γιώργου Βασιλείου, στην προχθεσινή συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου, ότι ύστερα από 40 χρόνια συζητούμε θέμα στρατηγικής στο Κυπριακό. Όντως, καθυστερήσαμε πολύ, όμως το πλέον απογοητευτικό είναι ότι μετά από 40 χρόνια και ενώ ο κόσμος άλλαξε και τα πολιτικά, γεωστρατηγικά και οικονομικά δεδομένα στην περιοχή έχουν εντελώς διαφοροποιηθεί, η κυπριακή ηγεσία παραμένει πεισματικά προσηλωμένη σε μία στρατηγική παλαιολιθικής εποχής, η οποία, καλώς ή κακώς, στηρίχθηκε στα δεδομένα περασμένων εικοσαετιών.
Στην πολιτική, οι εθνικές στρατηγικές δεν μένουν στατικές και αμετάβλητες. Διαφοροποιούνται, ανατρέπονται και αντικαθίστανται με άλλες, προσαρμοσμένες στα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται. Αν πάμε πίσω και μελετήσουμε τα δεδομένα που ίσχυαν το 1974 και αυτά που ισχύουν σήμερα, τότε, όχι μόνο μία, αλλά πολλές ανατροπές και διαφοροποιήσεις της στρατηγικής έπρεπε να υπάρξουν.
Αντ΄ αυτού, έχουμε μία ηγεσία προσαρμοσμένη σε μία στρατηγική η οποία χαράχθηκε το 1974, στρατηγική η οποία επιχειρήθηκε να αναπροσαρμοσθεί κατά καιρούς (μακροχρόνιος αγώνας, πολιτική της πρόταξης, διαφώτιση, κ.ά.), αλλά στην ουσία αυτές οι διαφοροποιήσεις γρήγορα εγκατελείποντο και επέστρεφε στην πάγια τακτική των διακοινοτικών συνομιλιών.
Τι απέφερε, όμως, αυτή η στρατηγική; Δεν απέφερε λύση. Διαιώνισε την κατοχή και τα τετελεσμένα. Δεν έκαμψε την τουρκική αδιαλλαξία. Την κατέστησε σκληρότερη. Δεν υπεχρέωσε την τουρκική πλευρά σε υποχωρήσεις. Αντίθετα, κατέστη μοχλός πίεσης επί της ελληνοκυπριακής πλευράς, με αποτέλεσμα να προχωρεί από υποχώρηση σε υποχώρηση.
Το 1974, όταν ο Μακάριος αποδεχόταν τη διπεριφερειακή ομοσπονδία, και τη λύση μέσω του διακοινοτικού διαλόγου, υπήρξε η ψευδαίσθηση ότι, με το τεράστιο βήμα υποχώρησης της ελληνοκυπριακής πλευράς, η τουρκοκυπριακή ελάμβανε ό,τι ήθελε και συνεπώς η λύση δεν θα ήταν δύσκολη. Η απογοήτευση ήταν τεράστια, όταν διαπιστώθηκε, πλέον, ότι η διαχωριστική λύση δεν ήταν πια ο στόχος της Τουρκίας. Η Άγκυρα και ο Ντενκτάς είχαν προελάσει, από τότε, στη λύση δύο κρατών. Η διζωνική ήταν το πρόσχημα, κάτω από το οποίο εκάλυπταν, από τη διεθνή κοινότητα, τις πραγματικές προθέσεις τους.
Παρά τους μη αποκρυπτόμενους στόχους της Τουρκίας, οι μετέπειτα Πρόεδροι συνέχιζαν, άλλοι με ψευδαισθήσεις και άλλοι με το «στανιό» στη γραμμή διζωνικής μέσω του διακοινοτικού διαλόγου. Κάποια βήματα «παρέκκλισης» προσπάθησε να κάνει ο Γλαύκος Κληρίδης με το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου και την «πολιτική ηφαιστείου», αλλά σύντομα, συνεργούσης και της πίεσης των Αθηνών, η πολιτική αυτή εγκαταλείφθηκε και η ηγεσία επέστρεψε στην πολιτική προ του ΄74.
Σήμερα, τα δεδομένα είναι ακόμη πολύ πιο διαφορετικά. Η Κύπρος είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ανεξάρτητα αν αυτό το δυνατό χαρτί απέτυχε η ηγεσία να το αξιοποιήσει, αλλά αντίθετα το κατέστησε μοχλό πίεσης εις βάρος μας), προέκυψε η ευλογία (που δεν είμαστε σίγουροι αν η ηγεσία δεν το καταστήσει κατάρα) της ανακάλυψης των υδρογονανθράκων, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν την Κύπρο ισχυρό στρατηγικό εταίρο, και «παίκτη» στην περιοχή, στη «γειτονιά» μας όλες οι χώρες αποσταθεροποιούνται και η μόνη σταθερή χώρα, παρά την ύπαρξη της τουρκικής κατοχής, θεωρείται η Κύπρος, και γενικά υπάρχουν πολλά θετικά πλεονεκτήματα να διαφοροποιήσουμε τη στρατηγική μας, σύμφωνα με τη νέα τάξη πραγμάτων που διαμορφώνεται.
Δεν καθιστούν όλα αυτά επιβεβλημένη αναγκαιότητα, την αλλαγή στρατηγικής; Και εάν ούτε και σήμερα προχωρήσει αποφασιστικά η ηγεσία στην αναπροσαρμογή της στρατηγικής 40 χρόνων, η οποία απέτυχε, πότε θα υπάρξει αναπροσαρμογή; Όταν η Τουρκία προχωρήσει και φθάσει και στον τελευταίο σταθμό των επιδρομικών σχεδίων της;
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




