Πριν από μερικούς μήνες, η κοινωνία "συγκλονίστηκε" από τον θάνατο Ρουμάνας μητέρας, η οποία πέθανε αβοήθητη και αφού της είχε αποκοπεί το μοναδικό βοήθημα από τις κυβερνητικές υπηρεσίες, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την επιβίωση της. Αναγκάστηκε να ζητιανεύει λίγο φαγητό από τους γείτονες, όπως έκαμνε και το μικρό αγοράκι της.

Δεν μπορούσε να πληρώσει νοσήλεια και δεν προσέφυγε σε νοσηλευτήριο για την αποκατάσταση της υγείας της. Την βρήκαν νεκρή μέσα στο διαμέρισμα της μέσα σε όγκους σκουπιδιών και άλλων απορριμάτων που είχε μεταφέρει στο σπίτι της. Διετάχθησαν έρευνες, το Γραφείο Ευημερίας δέχθηκε βολές για την αδιαφορία που επέδειξε, η κοινωνία "συγκλονίστηκε" για μερικές ημέρες και ακολούθως το δράμα ξεχάστηκε. Ο καθένας επικεντρώθηκε στα καθημερινά του προβλήματα και αν υπήρξαν υπεύθυνοι για αυτό το τραγικό γεγονός, κανένας δεν πλήρωσε.

Προχθές, η κοινωνία "ξανασυγκλονίστηκε". Σε ένα φοβερό έγκλημα, παρόμοιο του οποίου δεν έχει ζήσει ποτέ αυτός ο τόπος, ένας πατέρας, δολοφονεί κατά τρόπο άγριο και ειδεχθή, τη σύζυγο και το παιδί του, τραυματίζει κρίσιμα με πυροβολισμούς εξ επαφής το άλλο του παιδί και στο τέλος αυτοκτονεί. Και αυτό το έγκλημα σε λίγες μέρες θα ξεχαστεί και ίσως μία άλλη τραγωδία και ένα άλλο έγκλημα θα καλύψει το προηγούμενο. Στον περιθώριο αυτών των τραγικών περιπτώσεων σίγουρα θα υπάρχουν άλλες τόσες άγνωστες τραγωδίες, που δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Άνθρωποι που αυτοκτονούν, άλλοι που δολοφονούν, άλλοι που πεθαίνουν από την πείνα, άλλοι που κλέβουν ή ληστεύουν, άλλοι που δυστυχούν και δεν βλέπουν άσπρη μέρα στη ζωή τους.

Αυτή η κοινωνία έχει εξαγριωθεί, έχει διαλυθεί κυριολεκτικά, βρίσκεται σε αποσύνθεση. Η οικογένεια, αυτό που ήταν το καύχημα της κυπριακής κοινωνίας, και ο στύλος που κρατούσε θωρακισμένο τον κοινωνικό ιστό, έχει προ πολλού χάσει και τις αξίες και τη συνοχή της. Οι νέοι, κτυπημένοι καίρια από την οικονομική κρίση, την ανεργία, την έλλειψη στήριξης και την απουσία προοπτικών και οραμάτων, έχασαν τον προσανατολισμό και την ελπίδα τους.

Το κράτος, η πολιτεία γενικότερα, έχουν ριφθεί στην αδυσώπητη μάχη της οικονομικής ανασύνταξης και έχουν αφήσει την κοινωνία εκτεθειμένη σε μύριους κινδύνους. Στην προσπάθεια να σώσουν την οικονομία, έχουν θυσιάσει την κοινωνία. Έχει εκλείψει η κοινωνική αλληλεγγύη, και η συμπαράσταση στον πάσχοντα περιορίζεται στην προσφορά δύο κονσέρβων και ενός πακέτου μακαρονιών.

Εκτυλίσσονται χιλιάδες δράματα, μέσα στην κυπριακή κοινωνία, τα οποία παραμένουν άγνωστα. Κρύβονται πίσω από τις κλειστές πόρτες, την αδιαφορία των ανθρώπων που δεν ρίχνουν ένα βλέμα στο σπίτι του γείτονα, ενώ γνωρίζουν πως έχει προβλήματα, αλλά δεν αισθάνονται την ανάγκη, να παρέμβουν και να προσφέρουν βοήθεια, στήριξη, συμπαράσταση. Το κράτος και οι υπηρεσίες του έχουν παραλύσει. Και τίποτε δεν φαίνεται να λειτουργεί προληπτικά.

Η κατάσταση δεν παρουσιάζει προοπτική βελτίωσης. Βιώνουμε τη βία σε όλες τις μορφές της. Στην οικογένεια, στους αθλητικούς χώρους, στη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. Γινόμαστε μάρτυρες περιστατικών κτηνωδίας και ασυλλήπτου εκτάσεως εγκλημάτων, όπως το προχθεσινό. Και πολύ φοβούμαστε ότι τα χειρότερα είναι ακόμη πίσω.

Η κυπριακή κοινωνία έχει χάσει τον δρόμο της. Έχει απωλέσει τις αξίες οι οποίες την κράτησαν αλώβητη για πολλά χρόνια. Δέκτηκε το πρώτο κτύπημα από την τουρκική εισβολή, και ράγισαν, για πρώτη φορά, τα θεμέλια της συνοχής της. Σήμερα, δέχεται, και δεύτερο εξουθενωτικό κτύπημα. Την οικονομική κρίση. Παραπαίει ανήμπορη να προσφέρει βοήθεια στον εαυτό της. Και κράτος δεν υπάρχει. Ούτε ενδιαφέρεται να τη στηρίξει.