Το αρνητικό επιτόκιο στην τάξη του -0,1% και η μείωση του βασικού επιτοκίου αναχρηματοδότησης στο 0,15%, καθώς και του επιτοκίου επείγοντος δανεισμού στο 0,40%, που αποφασίστηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 5 Ιουνίου, δικαιολογεί τη μείωση των επιτοκίων στις εμπορικές τράπεζες εφόσον αυτές λειτουργούν κανονικά. Κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο να συμβεί στην Κύπρο, λόγω των μέτρων που έχουν επιβληθεί μέσω του μνημονίου και της δύσκολης θέσης στην οποία βρίσκεται ακόμη η Τράπεζα Κύπρου, όπως και άλλες, λόγω κυρίως των επισφαλών δανείων.
Οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχουν ως στόχο να δώσουν μεγαλύτερη ρευστότητα στην ευρωπαϊκή και πραγματική αγορά. Και όμως αμφισβητούνται ως προς την αποτελεσματικότητά τους υπό την έννοια ότι επιβάλλονται, όπως τονίζεται, πιο δραστικά μέτρα, που θα περιλαμβάνουν και την κοπή περισσοτέρων ευρώ προκειμένου να συμπιεστεί ακόμη περισσότερο το ευρωπαϊκό νόμισμα έναντι του δολαρίου, για να καταστούν η ευρωπαϊκή αγορά και οικονομία πιο ανταγωνιστικές σε διεθνές επίπεδο.
Βεβαίως, υπάρχει και η αντίληψη ότι οι δράσεις αυτές είναι δυνατό να οδηγήσουν σε έναν διαρκή αποπληθωρισμό στη λογική του ιαπωνικού συνδρόμου, που θα σημαίνει στρέβλωση της αγοράς. Και αυτό θα συμβεί, καθότι το ιαπωνικό σύνδρομο αποτυπώνεται σε μια συνεχή μείωση τιμών επειδή δεν υπάρχει ζήτηση, που συνιστά το άλλο άκρο, δηλαδή εκείνο του φουσκώματος των τιμών.
Δεν είναι, λοιπόν, μόνο εμείς που προσπαθούμε να βρούμε τις ισορροπίες μας αλλά ολόκληρη η Ευρωζώνη, η οποία τρέχει να καλύψει τα κενά και δη τα θεσμικά στο πλαίσιο μιας οικονομικής κρίσης, την οποία διαχειρίζεται η Γερμανία με τις δικές της συνταγές περί δημοσιονομικής πειθαρχίας, με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση. Γίνεται μεν λόγος για ανάπτυξη, χωρίς όμως αξιόπιστη περί τούτου φόρμουλα, η οποία δεν θα περιλαμβάνει τη δημοσιονομική και τραπεζική εξυγίανση.
Διότι, για να είμαστε ειλικρινείς, κανείς επενδυτής δεν μπορεί να βάλει τα χρήματά του σε ένα επισφαλές από τραπεζικής και νομοθετικής, καθώς και φορολογικής πλευράς, περιβάλλον. Και γίνεται υπό αυτές τις συνθήκες αντιληπτό, ειδικώς για τη δική μας περίπτωση, ότι βασική προϋπόθεση δεν είναι εάν θα βγούμε στις αγορές, αλλά πώς και με ποιο επιτόκιο, καθώς και εάν το τραπεζικό μας σύστημα είναι αξιόπιστο. Εάν βγεις στις αγορές με πιο υψηλό επιτόκιο από εκείνο της Τρόικας, θα επιβαρύνεις το δημόσιο χρέος. Και είναι γι' αυτόν το λόγο που οι Τροϊκανοί ενδέχεται να ασκήσουν βέτο, εφόσον βρισκόμαστε σε μνημονιακό καθεστώς.
Συνεπώς, η έξοδος στις αγορές θα πρέπει να λύνει όσο το δυνατόν περισσότερο τα χέρια της Κυβέρνησης από τα δεσμά της Τρόικας και ταυτοχρόνως να ανακουφίζει και όχι να επιβαρύνει τα δημοσιονομικά, επιτρέποντας έτσι την επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας και της αγοράς. Μια εξέλιξη που είναι συναφής με την επίλυση των προβλημάτων στον τραπεζικό τομέα, για να είναι δυνατή η εκμετάλλευση των μέτρων περί του αρνητικού και του χαμηλού δανειστικού επιτοκίου που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Στόχος είναι η ομαλή λειτουργία της αγοράς στη βάση της προσφοράς και της ζήτησης, για να αποφευχθούν αφενός τα φαινόμενα διαρκούς αποπληθωρισμού, καθώς και εκείνο του καλπάζοντος πληθωρισμού. Είναι πρόδηλο ότι η έλλειψη εναλλακτικού οικονομικού μοντέλου αναγκάζει τον καπιταλισμό, από τις ΗΠΑ ώς την Ε.Ε., να πειραματίζεται προκειμένου να βρει τα πόδια του και νέα σταθερή ταυτότητα.




