Ούτε η ενότητα εμπεδώνεται με εκκλήσεις και λόγους, ούτε οι πολιτικές του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι δυνατόν να βρίσκονται στο απυρόβλητο. Πολύ περισσότερο, όταν οι πολιτικές αυτές δεν είναι αποτέλεσμα συνδιαβούλευσης, αλλά επακόλουθο μονομερών αποφάσεων.

Υπό το πρίσμα αυτό, τα παράπονα του Προέδρου Αναστασιάδη, για την κριτική που ασκούν πολιτικά κόμματα για το κοινό ανακοινωθέν, μπορούν να αντιστραφούν προς τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, για όσα δεσμεύθηκε να πράξει ως προς τους χειρισμούς του Κυπριακού και δεν τα έπραξε. Συγκεκριμένα: Εάν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υλοποιούσε τη δέσμευσή του για την ετοιμασία σχεδίου λύσης του Κυπριακού από το Εθνικό Συμβούλιο, κανένας σήμερα δεν θα τον έθετε υπό επίκριση. Και δεν θα εδημιουργείτο διάσταση στο εσωτερικό μέτωπο, εφόσον όλα σχεδόν τα κόμματα, ή η πλειοψηφία των κομμάτων, θα έθεταν την υπογραφή τους κάτω από το σχέδιο λύσης.

Ακόμη, εάν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προχωρούσε σε συνδιαβούλευση με τα πολιτικά κόμματα και συναποφάσιζαν για το περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος, σήμερα η ελληνοκυπριακή πλευρά θα παρουσιάζετο ομόγνωμη στις συνομιλίες και θα είχε πολύ ισχυρότερο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Δεν είναι κανενός άλλου η ρήση -παρά μόνο του Προέδρου Αναστασιάδη- ότι οι ώμοι κανενός δεν μπορούν να βαστάξουν το βάρος της ευθύνης, αλλά επιβάλλεται η σοφία των πολλών.

Συνεπώς, για τις διχογνωμίες, τα ρήγματα στο εσωτερικό μέτωπο και τις επικρίσεις που δέχεται σήμερα, μόνος υπεύθυνος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Απέτυχε να εμπεδώσει ενότητα και συνεργασία, απέτυχε να εγκαθιδρύσει συλλογική διαβούλευση, απέτυχε να καθιερώσει τη συναπόφαση ως μέθοδο ορθής αντιμετώπισης του εθνικού θέματος.

Συμφωνούμε απόλυτα μαζί του, ότι «ούτε η Κυβέρνηση, ούτε και οι πολιτικές δυνάμεις πρέπει να βρίσκονται σε αντιπαλότητα, όταν ο κοινός στόχος της επανένωσης και απελευθέρωσης μόνον αντίπαλο έχουν την τουρκική αδιαλλαξία». Αλλά τούτο δεν αποτελεί σχήμα λόγου. Πρέπει να αποτελεί πράξη ζωής για όλους τους πολιτικούς ηγέτες και πρωτίστως για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε αυτόν εναποτίθεται το βάρος της επίτευξης ενός κοινού ελληνοκυπριακού μετώπου, μίας κοινής φωνής, που θα έχει στόχο την κάμψη της τουρκικής αδιαλλαξίας.

Απ' εκεί και πέρα, και εφόσον ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αποφάσισε να αντικαταστήσει τη σοφία των πολλών με τις αποφάσεις του ενός, την ετοιμασία σχεδίου λύσης από το Εθνικό Συμβούλιο, με τη συνομολόγηση ενός κοινού ανακοινωθέντος, και τη συλλογική διαβούλευση με τις μονομερείς αποφάσεις, δεν νομιμοποιείται να παραπονείται για τις επικρίσεις που δέχεται. Είναι δικαίωμά του να υποστηρίζει την «καθαρότητα» του κοινού ανακοινωθέντος, αλλά δικαίωμα και των άλλων να υποστηρίζουν την αμφισημία και τις διάτρητες πρόνοιες που περιέχονται σε αυτό. Εξάλλου, η σκληρή πραγματικότητα και η πορεία των μέχρι τώρα διαπραγματεύσεων καταδεικνύει τη δικαίωση όσων υποστήριζαν ότι, η τουρκική πλευρά, θα εκμεταλλευόταν τις διατυπώσεις της συμφωνίας προς όφελός της.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης πρέπει να καθίσει και να μελετήσει εκ νέου τις πολιτικές επιλογές του. Να προβληματισθεί κατά πόσον οι στόχοι που έθεσε έχουν επιτευχθεί, ή η επίτευξή τους απομακρύνθηκε. Αν έγιναν βήματα προς την επιστροφή της Αμμοχώστου, αν είμαστε κοντά στην ενεργό συμμετοχή της Ε.Ε. στις συνομιλίες, αν η Τουρκία έχει εμπλακεί στις συνομιλίες, αν το κοινό ανακοινωθέν έσπρωξε τη λύση του Κυπριακού ένα βήμα μπροστά. Και το κυριότερο, αν η πολιτική της Κυβέρνησης έκαμψε την τουρκική αδιαλλαξία, ή αντίθετα, την κατέστησε, ακόμη πιο αδιάλλακτη. Και αφού προβληματισθεί, ας επανεξετάσει τις πολιτικές που επέλεξε.