Προχθές Κυριακή, ο λεγόμενος «κυρίαρχος λαός» αποφάσισε να αποποιηθεί ένα από τα σημαντικότερα αναφαίρετα δικαιώματά του. Να ψηφίσει και να αποφασίσει ποιοι θα τον εκπροσωπούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Απείχε από τις κάλπες. Το δικαίωμα ψήφου είναι αναπαλλοτρίωτο. Κερδήθηκε με αγώνες και θυσίες. Κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και είναι από τα σημαντικότερα ανθρώπινα δικαιώματα. Η πλειοψηφία των πολιτών απέφυγαν συνειδητά να το διεκδικήσουν και, κυρίως, να το ασκήσουν. Η αποχή στην Κύπρο ήταν από τα πιο υψηλά ποσοστά.
Πολλοί πολίτες είπαν ότι δεν ψήφισαν για να τιμωρήσουν τους πρωταίτιους των δεινών τους εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Άλλοι το έκαναν, για να στείλουν ένα ηχηρό μήνυμα ότι απαξιώνουν τους πολιτικούς και την πολιτική. Η κοινή συνισταμένη των αντιδράσεων των πολιτών είναι ότι «δεν πάνε τους πολιτικούς», που είναι όλοι οι ίδιοι, δεν έκαναν σχεδόν τίποτε για να ανταποκριθούν στις προσδοκίες τους και, άρα, για να τους τιμωρήσουν, προτίμησαν τα καφέ, τις παραλίες και το φραπεδάκι.
Όλα τα κόμματα, εμβρόντητα μπροστά στο πρωτοφανές ποσοστό της αποχής, εξέφρασαν την ανησυχία τους και διαβεβαίωσαν ξανά ότι πήραν τα μηνύματα. Τα πήραν; Τα ίδια δεν είπαν και πέρσι, μετά τις προεδρικές εκλογές, αν και το ποσοστό αποχής ήταν πολύ περιορισμένο; Γιατί, λοιπόν, η πλειοψηφία των πολιτών απείχαν, δεν μετέβησαν στις κάλπες και αρνήθηκαν να ασκήσουν το ιερό δικαίωμα της ψήφου; Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι και πολλές εξηγήσεις και ερμηνείες. Δεν υπάρχουν μονοδιάστατες προσεγγίσεις.
Τα κριτήρια με τα οποία οι έξι στους δέκα πολίτες αποφάσισαν να μην ψηφίσουν είναι αμέτρητα και διαφορετικά από άτομο σε άτομο. Όμως, μπορεί να επισημανθούν μερικές κοινές συνισταμένες, που δυνατόν να εξηγήσουν εν πολλοίς το φαινόμενο της αποχής. Πρώτα απ’ όλα είναι η γνωστή απαξίωση της πολιτικής και των πολιτικών. Παρατηρείται το οξύμωρο και αντιφατικό: Οι πολίτες συνιστούν την πελατεία των κομμάτων και μεταξύ τους λειτουργεί ακόμα η λεγόμενη πελατειακή συναλλαγή.
Ενώ, λοιπόν, οι πολίτες κατά πλειοψηφίαν βδελύσσονται και αποστρέφονται τα κόμματα, σε αυτά καταφεύγουν για να ζητήσουν ρουσφέτι, εξυπηρέτηση, βόλεμα, πρόσληψη ή προαγωγή. Το «μέσο» είναι ο πανίσχυρος εμβρυουλκός, που οδηγεί στο βόλεμα και στο ρουσφέτι. Τα κόμματα -και η Κυβέρνηση- είναι αυτοί που παρέχουν ρουσφέτι και εξυπηρετήσεις. Ύστερα είναι η οικονομική κρίση, που οδήγησε στην ανεργία και στη φτώχια δεκάδες χιλιάδες πολίτες, πράγμα πρωτόγνωρο και απίστευτο για την άλλοτε ευημερούσα Κύπρο.
Όταν ο πολίτης είναι άνεργος ή δεν έχει να φάει, δεν ενδιαφέρεται για τίποτε παρά πώς να επιβιώσει. Το τρίτο ζήτημα είναι η συμπεριφορά της Ευρώπης και του ΔΝΤ έναντι της Κύπρου, το κούρεμα και το μνημόνιο. Εδώ έχει συντελεστεί μια αχρείαστη δαιμονοποίηση της Ευρώπης. Ενώ, δηλ., μέχρι πρόσφατα οι Κύπριοι ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της Ευρώπης, αίφνης έγιναν ευρωσκεπτικιστές, όπως άλλωστε και πολλοί στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ο ευρωσκεπτικισμός πηγάζει και από το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα, την αδυναμία της Ένωσης να αρθρώσει ενιαίο πολιτικό και αμυντικό λόγο και από την κατηγορία ότι διέσωσε τις τράπεζες και άφησε τους πολίτες. Ορθά όλα αυτά, αλλά δεν πρέπει να παραγράφονται και δικές μας ευθύνες για το σημερινό κατάντημά μας. Ο τελευταίος σημαντικός παράγοντας είναι η αδιαφορία των νέων, σημαντικό ποσοστό των οποίων είναι άνεργοι. Το υψηλό ποσοστό αποχής συνιστά αφόρητη πρόκληση.
Έστω και τώρα πρέπει να σημάνει καμπάνες αφύπνισης για τα κόμματα. Να τερματίσουν τον λαϊκισμό, τη δημαγωγία, τις κούφιες υποσχέσεις, τον ξύλινο, αφόρητο λόγο και να προτείνουν λύσεις και διεξόδους από την κρίση. Οι πολίτες απαιτούν λύσεις και μια καλύτερη, πιο ανθρώπινη Ευρώπη των πολιτών, όχι μόνο των γραφειοκρατών και των τεχνοκρατών.




