Ο Γενικός Εισαγγελέας, προφανώς υπό την πίεση της κοινής γνώμης και του καθολικού αιτήματος για τιμωρία των ενόχων του οικονομικού εγκλήματος, είχε προχωρήσει, σε κάποιες περιπτώσεις, και στον καθορισμό χρονοδιαγραμμάτων για την προσαγωγή εμπλεκομένων ενώπιον της Δικαιοσύνης. Τον περασμένο Φεβρουάριο προανήγγελλε ότι "κάποιες υποθέσεις είναι έτοιμες ή σχεδόν έτοιμες και ελπίζουμε εντός των επόμενων προσεχών εβδομάδων να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη". Οι προσδοκίες του κ. Κώστα Κληρίδη δεν επαληθεύθηκαν και ενώ βρισκόμαστε στον Μάιο, καμία υπόθεση δεν έχει οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη. Κανένας δεν γνωρίζει ποιοι λόγοι δεν επέτρεψαν την υλοποίηση της εξαγγελίας του Γενικού Εισαγγελέα.

Χθες, η "Σημερινή" δημοσίευσε ότι δύο υποθέσεις, οι οποίες αφορούν τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με την παραχώρηση δανείων και πλαστογραφία εγγράφων και στις οποίες εμπλέκεται αριθμός προσώπων, πρόκειται να αχθούν σύντομα ενώπιον της δικαιοσύνης.

Είναι φανερή η καθυστέρηση, η οποία παρατηρείται στη διερεύνηση, εξιχνίαση και τιμωρία του οικονομικού εγκλήματος. Το έργο δεν προχωρεί με τη δέουσα ταχύτητα, τη στιγμή μάλιστα που καθημερινά, σχεδόν, έρχονται στην επιφάνεια νέες, ύποπτες υποθέσεις, που καλείται να τις διερευνήσει η Νομική Υπηρεσία και το ανακριτικό επιτελείο. Αναγνωρίζουμε ότι το έργο είναι πολύ δύσκολο και η υποστελέχωση της Υπηρεσίας το καθιστά δυσκολότερο. Η κύρια ευθύνη, όμως, εντοπίζεται στις δύο κυβερνήσεις, την προηγούμενη και τη σημερινή, οι οποίες ολιγώρησαν να προχωρήσουν σε άμεση διερεύνηση όσων συνέβησαν. Από το 2006 άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια τα πρώτα οικονομικά σκάνδαλα, και μόλις το 2013 άρχισε η διερεύνησή τους.

Αυτός ο πολύτιμος χρόνος που χάθηκε, σίγουρα επέδρασε αρνητικά στο μετέπειτα έργο των ανακριτικών Αρχών. Χάθηκαν σημαντικά στοιχεία, υπήρξαν, πιθανόν, παρεμβάσεις, καθυστέρησε η επάνδρωση των ανακριτικών ομάδων με εμπειρογνώμονες και γενικά υπήρξε οπισθοδρόμηση στο διερευνητικό έργο. Το οποίο, δεν ήταν ούτε είναι, εύκολο ή απλό.

Στο μεταξύ, όμως, ο θυμός της κοινωνίας ογκούται. Και δεδομένης της δυσάρεστης παράδοσης και προϊστορίας της συγκάλυψης σκανδάλων και της ατιμωρησίας που επικράτησε σε όλη την ιστορία αυτού του κράτους, είναι φυσικό να κυριαρχεί η εντύπωση και η πεποίθηση ότι και αυτήν τη φορά θα επαναληφθεί το ίδιο σκηνικό.

Στους ώμους της Γενικής Εισαγγελίας και της Αστυνομίας πέφτει το μεγάλο βάρος της διάψευσης αυτών των φόβων. Στα μάτια του κόσμου είναι έκδηλη η απογοήτευση για τις αδυναμίες που παρουσιάζονται.

Πρόσωπα εντός και εκτός Κύπρου, τα οποία παρουσιάζονται ως πρωταγωνιστές σε όλην αυτή την καταστροφή, δεν φαίνεται να έχουν κληθεί σε ανάκριση. Κατονομάζονται πρόσωπα, γίνεται αναφορά σε πολιτικές ευθύνες, σε ευθύνες κεντρικών τραπεζιτών και στελεχών τραπεζών, αλλά κανένας δεν προσεγγίζεται και δεν καλείται για να ανακριθεί.

Η Γενική Εισαγγελία οφείλει να αφαιρέσει όλες τις σκιές που προβάλλουν. Να κινηθεί με περισσότερη ταχύτητα. Και να δείξει έργο. Να τεκμηριώσει με αδιάσειστα στοιχεία την εμπλοκή και τα αδικήματα, όπου υπάρχουν. Να μην επιτραπεί να ανοίξουν δρόμοι διαφυγής και απαλλαγής ενόχων. Πολύ δύσκολο έργο, αλλά πρέπει να φθάσει στο τέλος. Οι πολίτες αναμένουν να δουν όχι απλώς την προσαγωγή των ενόχων στη Δικαιοσύνη, αλλά και τη μεταφορά τους στις φυλακές και τις δημεύσεις των περιουσιών τους. Δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τίποτε το λιγότερο και δεν θα συγχωρήσει κανένα που δεν εξάντλησε κάθε προσπάθεια να αποδοθεί δικαιοσύνη σε αυτό το τεράστιο έγκλημα...