Μετά τα γεγονότα των τελευταίων ημερών -χουλιγκανισμοί στο παιγνίδι ΑΠΟΕΛ και ΑΕΛ και η υπόθεση Ονουφρίου, για να μην αναφερθούμε στα επεισόδια της Λεμεσού με τον κατοχικό Ταλάτ- ανακύπτουν ξανά και για πολλοστή φορά μερικά θεμελιώδη ερωτήματα: Τι είδους Αστυνομία θέλει αυτό το κράτος, η Κυβέρνηση, τα κόμματα, οι πολίτες, ώστε να μην παρατηρούμε κάθε φορά το ίδιο κακόγουστο και αχώνευτο θέατρο από όλους; Θέλουμε Αστυνομία που να ασκεί πραγματικά τα καθήκοντά της, να επιβάλλει τον Νόμο και την τάξη, να είναι ο φίλος του πολίτη και ο διώκτης του παράνομου και του εγκληματία; Θέλουμε Αστυνομία σύγχρονη, εκπαιδευμένη, πειθαρχημένη, διοικούμενη από άριστους αξιωματικούς, που να εμπνέει εμπιστοσύνη στον πολίτη, να θωρακίζει τη νομιμότητα και να πατάσσει αποφασιστικά και ακαριαία κάθε παρανομία και εκνομία; Θέλουμε Αστυνομία υπεράνω και πέραν των κομμάτων και εκτός παρεμβάσεων και επεμβάσεων από την εκάστοτε κυβέρνηση; Θέλουμε, τέλος, Αστυνομία με αξιοκρατικά, ικανοκρατικά κριτήρια;

Αν οι απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα είναι καταφατικές, τότε η Κυβέρνηση, ο Πρόεδρος, τα κόμματα οφείλουν να αφήσουν την Αστυνομία ήσυχη, μακριά από την κομματοκρατία, την ημετεροκρατία, την αναξιοκρατία και το ρουσφέτι. Κυρίως, όμως, οφείλουν, έστω και τώρα, να δώσουν στο Σώμα όλα εκείνα τα μέσα, νόμιμα και θεσμικά, τεχνολογικά και άλλα εφόδια, ώστε να εμπεδώσει τον Νόμο και την τάξη. Μετά τους χουλιγκανισμούς από οπαδούς του ΑΠΟΕΛ και της ΑΕΛ, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κάλεσε όλους να συμβάλουν στην πάταξη του τέρατος του χουλιγκανισμού. Μα αυτή είναι δουλειά του κράτους, με τις συντεταγμένες υπηρεσίες του. Δεν επαφίεται ούτε στον κάθε παράγοντα σωματείου ούτε στα ίδια τα σωματεία ούτε στους… φιλάθλους να πατάξουν τον χουλιγκανισμό, διότι αυτοί τον εκτρέφουν, αυτοί τον ανέχονται και αυτοί τον αξιοποιούν στις διασωματειακές αντιπαραθέσεις τους. Τι σημαίνει αυτή η βολική αλλ’ ανέξοδη φράση: «Ευθύνες έχουμε όλοι και όλοι πρέπει να τις αναλάβουμε. Και η Κυβέρνηση, και η Αστυνομία, και τα σωματεία, και οι οργανωμένοι οπαδοί, και ο κάθε οπαδός χωριστά και τα ΜΜΕ, και κάθε φορέας του χώρου αυτού. Τόσο για την πρόληψη, όσο και για την τιμωρία των ενόχων»;

Οι πρώτες ευθύνες βαρύνουν το συντεταγμένο κράτος και τις υπηρεσίες του, δηλαδή την Αστυνομία. Το Σώμα φέρει ευθύνες. Αλλά τι παρατηρείται; Κάθε φορά που θα συμβεί κάτι, όλοι επιπίπτουν κατά της Αστυνομίας και την κατηγορούν για χίλιες δυο παραλείψεις και ανεπάρκειες. Ποιοι ευθύνονται; Πρώτα τα κόμματα και όλες οι κυβερνήσεις. Το πρόβλημα της αστυνομικής ανεπάρκειας και ανικανότητας είναι χρόνιο. Ξεκινά από το 1960. Καμία Κυβέρνηση δεν άφησε ήσυχο το Σώμα και κανένα κόμμα δεν σταμάτησε να επεμβαίνει και να βολεύει τους δικούς του. Ακόμα και η σημερινή Κυβέρνηση, που επιβεβαίωσε ότι δεν είναι καλύτερη από τις προηγούμενες. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης Ι. Νικολάου δήλωσε ότι δεν θα ανεχθεί η Αστυνομία να γίνει ξανά ο αποδιοπομπαίος τράγος. Δηλαδή; Να εννοήσουμε ότι μετά τα επεισόδια στη Λεμεσό, ο Αρχηγός της έγινε αποδιοπομπαίος τράγος;

Ο νέος αρχηγός της δεσμεύτηκε ότι θα εργασθεί για την εξυγίανση του Σώματος. Αν τον αφήσουν… Ότι η Αστυνομία έχει «σάπια μήλα», αυτό το ξέρουν πρώτα οι ίδιοι οι αστυνομικοί. Γιατί, όμως, παραμένουν, και σαπίζουν και άλλα; Διότι απαγορεύουν την εκδίωξη τους κόμματα και Κυβέρνηση. Να το καταλάβουν, επιτέλους, όλοι: Με φλύαρες διακηρύξεις και εκκλήσεις για ανάληψη ευθυνών δεν πρόκειται να γίνει τίποτε. Η Κυβέρνηση είναι υπόχρεη να δώσει στην Αστυνομία τη δυνατότητα να εφαρμόσει τους νόμους -διότι νόμοι υπάρχουν!- και όχι να είναι υποχείρια κομματικών, κυβερνητικών, σωματειακών ή άλλων παρεμβάσεων. Όσα άλλα λέγονται είναι απλώς προφάσεις εν πολλαίς αμαρτίαις πολλών, κυβερνητικών, υπηρεσιακών και αρμοδίων.