Η συντήρηση ψευδαισθήσεων, την οποία ανήγαγε σε πολιτική η Κυβέρνηση, προκειμένου να στηρίξει τη λανθασμένη πολιτική της, είναι επικίνδυνη. Παραπλανά και συγχύζει τον λαό, αποενοχοποιεί την Τουρκία και αποπροσανατολίζει τη διεθνή κοινή γνώμη από τα πραγματικά αίτια του κυπριακού προβλήματος και την αδιάλλακτη στάση της Τουρκίας.

Είναι φανερό ότι η πολιτική που επέλεξε η Κυβέρνηση δεν οδηγεί πουθενά, παρά μόνο στη μετάθεση εις βάθος χρόνου, της επίλυσης του Κυπριακού. Δεν κάμπτει την τουρκική αδιαλλαξία και δεν ανατρέπει τους τουρκικούς σχεδιασμούς. Αντίθετα, τσιμεντώνει τα τετελεσμένα και ενισχύει τους κινδύνους εξαφάνισης του κυπριακού Ελληνισμού.

Είναι φανερό ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης απέτυχε να φθάσει σε κοινό ανακοινωθέν, το οποίο θα παρείχε τη βάση για έναρξη ενός σοβαρού και εποικοδομητικού διαλόγου, που θα πρόσφερε εχέγγυα εξεύρεσης βιώσιμης λύσης. Όπως αποδείχθηκε, η τουρκική πλευρά εκμεταλλεύθηκε τις αμφισημίες, τις ασάφειες και τις παραχωρήσεις στις οποίες προέβη η δική μας πλευρά, και τις αξιοποιεί υπέρ της υπόθεσής της.

Την ίδια στιγμή, επωφελείται και έχει αποδυθεί σε μία τεράστια διεθνή εκστρατεία, με τη βοήθεια της Τουρκίας, προκειμένου να δώσει οντότητα στο έκτρωμά της, με τους εγκαθέτους της να αλωνίζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, ομιλώντας πλέον ως εκπρόσωποι του «τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους». Δεν είναι τυχαία αυτή η εκστρατεία. Γνωρίζει η τουρκική πλευρά ότι η συμφωνία δεν πρόκειται να οδηγήσει πουθενά, παρά μόνο σε ένα νέο αδιέξοδο, και επειδή οι ηγέτες της έχουν διορατικότητα, την οποία δεν διαθέτουν οι δικοί μας ηγέτες, προετοιμάζουν από τώρα την εμπέδωση μέσα στη διεθνή κοινότητα τής «πραγματικότητας» ότι αποτελούν ένα από τα δύο συνιστώντα κράτη.

Οι συνέπειες της συμφωνίας Αναστασιάδη-Έρογλου είναι πολλές και, ματαίως, η Κυβέρνηση επιχειρεί να τις ωραιοποιήσει.
Πρώτο: Η συμφωνία δεν πρόκειται να οδηγήσει σε λύση ή, το χειρότερο, θα οδηγήσει σε μη βιώσιμη διευθέτηση, η οποία θα διαλύσει την Κυπριακή Δημοκρατία.
Δεύτερο: Προσφέρει ευκαιρίες στην τουρκοκυπριακή πλευρά να αναβαθμίσει το ψευδοκράτος.
Τρίτο: Αποενοχοποιεί την Τουρκία και την παρουσιάζει ενώπιον της διεθνούς κοινότητας ότι εργάζεται υπέρ της εξεύρεσης λύσης.
Τέταρτο: Τσιμεντώνει τα τετελεσμένα και τα ενισχύει, αφού το κατοχικό καθεστώς μπορεί να εργάζεται ανενόχλητο, για την περαιτέρω τουρκοποίηση των κατεχομένων και την ενίσχυση των δομών του ψευδοκράτους.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είχε όλες τις ευκαιρίες, με την ανάληψη της διαχείρισης του εθνικού θέματος, να χαράξει νέα στρατηγική και να οδηγήσει το εθνικό θέμα έξω από τη χρεοκοπημένη πολιτική στην οποία το οδήγησαν προκάτοχοί του. Ενώ με δεσμεύσεις και δηλώσεις του έδειξε ότι ήθελε να βαδίσει σε νέους δρόμους, τελικά επανήλθε στην πολιτική Χριστόφια. Με αποτέλεσμα οι κίνδυνοι για τον κυπριακό Ελληνισμό να πολλαπλασιάζονται.

Δεν πείθουν κανέναν οι ψευδαισθήσεις που καλλιεργούνται. Από το πρωί φαίνεται η καλή μέρα. Και από την πρώτη συνάντηση των διαπραγματευτών και την πρώτη συνάντηση με τον κατοχικό ηγέτη, έχει καταδειχθεί ότι ο διάλογος είναι νεκρός προτού αρχίσει. Τι είδους διαπραγμάτευση θα υπάρξει, όταν οι δύο πλευρές ξεκινούν από διαφορετικές θεωρήσεις του κοινού ανακοινωθέντος; Η τουρκική πλευρά θα μιλά και θα διεκδικεί συνομοσπονδία και η ελληνοκυπριακή θα επιμένει σε διζωνική, χωρίς καν να γνωρίζει τι συνιστά διζωνική.

Επιβάλλεται άμεσος επανακαθορισμός στρατηγικής. Το Εθνικό Συμβούλιο να συνέλθει και να ετοιμάσει πλαίσιο σχεδίου λύσης, το οποίο να κατατεθεί στις συνομιλίες. Καθαρές λύσεις, χωρίς ασάφειες και αμφισημίες. Εκεί θα αποδειχθεί και η τουρκική δολιότητα.