Η κρίση στην Κριμαία είναι ένα παιχνίδι αρχών και σκληρών συμφερόντων, στο οποίο η Κύπρος θα μπορούσε -και μπορεί- να διαδραματίσει μεσολαβητικό ρόλο μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας, αποφεύγοντας τις όποιες σε βάρος της αρνητικές εξελίξεις είτε στο Κυπριακό είτε στην οικονομία. Θα ήταν, λοιπόν, δυνατό να ισχυριστεί κάποιος ότι η στάση της Κυβέρνησης και σε επίπεδο ΕΕ και σε αυτό του ΟΗΕ είναι λογική. Όπως ορθή ήταν η επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών Ι. Κασουλίδη στη Μόσχα. Το ζητούμενο είναι εάν θα έχει ή όχι συνέχεια η πολιτική της διαμεσολάβησης, εάν δηλαδή εντάσσεται σε στρατηγική και αν θα βρεθούμε μεταξύ των συμπληγάδων που δημιουργούνται ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ από τη μια, και τη Ρωσία από την άλλη.
Θα πρέπει, πάντως, να λεχθεί ότι υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών δυτικών συμφερόντων και εντός της ΕΕ, και μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ και των ΗΠΑ. Υπάρχει, δηλαδή χώρος για να δράσει η Κύπρος, ώστε να μην παγιδευτεί μεταξύ των γιγάντων της παγκόσμιας αρένας. Το ότι ανήκουμε στη Δύση είναι δεδομένο λόγω της συμμετοχής μας στην ΕΕ και του γεγονότος ότι η Κύπρος βρίσκεται ακόμη υπό τη στρατηγική και γεωπολιτική επιρροή των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Το κατανοούν και οι ίδιοι οι Ρώσοι. Όπως κατανοούν και τις μικρές μας δυνατότητες δράσης στην ΕΕ, αλλά και κάτι άλλο: Η στάση μας για τα μέτρα σε βάρος της Μόσχας στηρίχθηκε στη λογική ότι δεν θα έπρεπε να είναι εξαντλητικά. Μάλλον λήφθηκαν για την τιμή των όπλων, αφού δεν ενοχλούν τον Πούτιν.
Οι ενεργειακές και οικονομικές εξαρτήσεις και αλληλεξαρτήσεις με τη Ρωσία δεν επιτρέπουν παλληκαρισμούς. Συνεπώς, σε ευρωπαϊκό επίπεδο ορθώς είμαστε στην ίδια γραμμή με την ισχυρή Γερμανία, η οποία, εάν κάποιος παρακολουθεί τις εξελίξεις, ουδόλως θέλει να διακόψει επί του παρόντος τις εμπορικές και ενεργειακές συνεργασίες με τη Μόσχα. Από την άλλη, η Λευκωσία τήρησε μια θέση αρχών, όπως η ίδια αντιλαμβάνεται το ζήτημα της Κριμαίας, εντός του ΟΗΕ, εναντίον δηλαδή των αποσχίσεων. Είναι δε, πρόδηλο ότι η Ρωσία ουδόλως ανησυχεί για το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Δεν έχει καμιά ισχύ και καμιά δεσμευτικότητα. Η Κριμαία προσαρτήθηκε! Εφόσον δεν μπορεί να επιβληθεί στη Μόσχα κόστος μεγαλύτερο από το όποιο όφελος, η κατάσταση είναι προφανώς μη αναστρέψιμη.
Στην περίπτωση της Κύπρου, τις πλείστες φορές, η διατύπωση θέσεων δεν είναι προϊόν ανάλυσης των δεδομένων και των εθνικών συμφερόντων, αλλά της μικροπολιτικής και της μανιχαϊστικής αντίληψης περί των καλών και των κακών. Και, κυρίως, χωρίς στρατηγική. Χωρίς να είναι μελετημένες οι επόμενες δικές μας κινήσεις. Η μεν αντιπολίτευση σηκώνει συνήθως ψηλά τον πήχη της κριτικής, οι δε κυβερνήσεις ακόμη και αν ξεκινήσουν κάτι με τρόπο θετικό, χάνονται στον δρόμο διότι δεν στηρίζουν την πολιτική τους σε στρατηγική. Ή διότι υποκύπτουν παρασκηνιακά σε ξένες πιέσεις, χωρίς μάλιστα να λαμβάνουν ανταλλάγματα. Με αποτέλεσμα να είναι πρόδηλα τα προκύπτοντα θαλασσώματα μέσα στα οποία πνίγονται τα δικά μας εθνικά συμφέροντα.
Γίνεται δε, αντιληπτό ότι η τέχνη της διπλωματίας επικεντρώνεται στο εξής: Εκεί όπου αρχικά φαινόταν ότι θα ήμασταν χαμένοι από την κρίση και ότι κινδυνεύαμε να συνθλιβούμε μέσα τα αντικρουόμενα συμφέροντα των γιγάντων του διεθνούς συστήματος, τελικώς, μέσα από διαμεσολαβήσεις μεταξύ των δυο πόλων, δηλαδή Ρωσίας και ΕΕ, καθώς και μέσα από τα ρήγματα και τις συγκλίσεις εθνικών συμφερόντων και ορθής διαμεσολάβησης, ακόμη και αν δεν βγούμε κερδισμένοι, τουλάχιστον να μην είμαστε οι χαμένοι. Μπορούμε; Αυτό είναι το ζητούμενο.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




