Ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν απογοήτευσε και τους πιο ένθερμους οπαδούς του. Εκείνους, δηλαδή, οι οποίοι στην Ευρώπη, την Κύπρο και στην Ελλάδα, στην ίδια την Τουρκία, πίστευαν ότι θα έφερνε τη δημοκρατία και θα έβαζε τέλος στο βαθύ κράτος του στρατού. Τελικώς, το βαθύ κράτος, απλώς, άλλαξε χέρια. Και στην ουσία ο Ερντογάν συγκατοικεί με τους δικούς του στρατηγούς στην εξουσία, καθώς και με τη διαφθορά. Τώρα καταργεί και το «twitter». Τη δημοκρατία. Και αυτό συνέβη διότι τα θεωρεί ως τον μεγάλο του εχθρό.

Το διαδίκτυο είναι το εργαλείο που ξεκλείδωσε τα απόρρητα του AKP και έβγαλε τα άπλυτα της κυβέρνησης Ερντογάν στη φόρα. Μια κυβέρνηση αντιδημοκρατική, διεφθαρμένη και αναξιόπιστη. Αδίστακτη. Με μυστική τελικά ατζέντα και δογματισμό σκληρότερο και πιο επικίνδυνο από εκείνο τον στρατηγών.

Η κυπριακή Κυβέρνηση με το καπέλο της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας συνομιλεί με την τουρκοκυπριακή, αλλά και με την ίδια την Άγκυρα για την εξεύρεση λύσης. Δηλαδή για την υπογραφή ενός δεσμευτικού νομικού και πολιτικού συμβολαίου συμβίωσης και συνεργασίας. Ερώτημα: Ακόμη και αν καταλήξουμε σε λύση, ποιος θα εγγυηθεί τον σεβασμό της, όταν η Τουρκία εξακολουθεί να είναι μια φασιστική δύναμη, η οποία καταπατεί τους ίδιους τους πολίτες της; Εμάς, γιατί να μας σεβαστεί; Βεβαίως, υπάρχει και το λογικό συναφές ερώτημα: Καλά, τι θα πρέπει να κάνουμε; Να μη συνομιλούμε και να μη βρούμε λύση; Η απάντηση είναι απλή: Υπό αυτές τις συνθήκες, ποιος αμφιβάλλει ότι για να γίνει η ομοσπονδία από ουτοπική, ρεαλιστική λύση, θα πρέπει να υπογράψουμε συνθηκολόγηση και υποταγή;

Είναι δυνατόν ο τουρκικός λαός και δη οι δημοκρατικές του δυνάμεις να μάχονται για την ανατροπή τού ολοκληρωτισμού κι εμείς να συνομιλούμε με το καθεστώς της Άγκυρας; Τι είδους συμφωνία μπορείς να κλείσεις με τους φασίστες; Μόνο φασιστική, η οποία θα νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής. Δηλαδή τον διοικητικό, πληθυσμιακό και γεωγραφικό διαχωρισμό της Κύπρου, διαλύοντας το ενιαίο κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε δυο ισότιμα συνιστώντα, με καταστρατήγηση βασικών θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δεν θα στηρίζονται στις αρχές και αξίες της Ε.Ε. και του ΟΗΕ, αλλά στους κανόνες των τουρκικών όπλων.

Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι η λέξη λύση, αλλά ποια λύση. Και η λύση δεν μπορεί να είναι αντιδημοκρατική, διότι δεν θα είναι βιώσιμη. Η εναλλακτική επιλογή είναι σαφής: Με βάση τις αποφάσεις της Ε.Ε., η Τουρκία δεν μπορεί να προχωρήσει την ενταξιακή της πορεία και να ενταχθεί στην Ε.Ε. εάν δεν αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Άρα, η λύση θα έπρεπε να αναθεωρεί το υφιστάμενο πολιτειακό σύστημα, χωρίς να το διχοτομεί από μια ενιαία σε δυο πολιτείες. Και θα έπρεπε, ταυτοχρόνως, να στηρίζεται σε δημοκρατικές αρχές της Ε.Ε. και όχι στη διχοτομική φιλοσοφία μιας τουρκικής ομοσπονδίας, που θα ανατρέπει την ιστορία μας και δεν θα μας επιτρέπει να τιμούμε πια ούτε την 25η Μαρτίου ούτε την 1η Απριλίου.

Διότι ούτε το '21 ούτε η ΕΟΚΑ δέχθηκαν να υποκύψουν στην ισχύ των τουρκικών και των βρετανικών όπλων. Υπερασπίστηκαν τις κλασικές αξίες της δημοκρατίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της αυτοδιάθεσης. Ερώτημα: Μπορούμε, άραγε, να τιμούμε τις επετείους από τη μια και να υποκύπτουμε στον τουρκικό φασισμό από την άλλη; Στον οποιοδήποτε φασισμό; Η λογική και η πολιτική ηθική, η όποια ηθική, λέει όχι!