Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται για να κυβερνά. Δηλαδή, να παίρνει δύσκολες, σκληρές, συχνά πικρές αποφάσεις, με έναν και μοναδικό γνώμονα: Το διαρκές και ευρύτερο συμφέρον του τόπου. Η πολιτική και η άσκησή της δεν είναι επίδειξη συναισθηματισμών ή ευκαιρία… ανάβλυσης δακρύων. Ένας πολιτικός αναδεικνύεται σε ηγέτη όταν επιβεβαιώνει διά λόγων και έργων ότι διακρίνεται για τη σοβαρότητα, την υπευθυνότητα, την αξιοπιστία, την αποφασιστικότητα, το όραμα και την ευτολμία του στην αντιμετώπιση καταστάσεων και κρίσεων. Ένας σοβαρός ηγέτης και δη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, επιλέγει τους άριστους, τους άξιους, τους ικανούς, τους κάλλιστους συνεργάτες, αν θέλει πραγματικά να κυβερνήσει με αξιώσεις τον τόπο και όχι να ικανοποιήσει απλώς τις κομματικές συναλλαγές του, που τον οδήγησαν στην προεδρία. Γράφουμε αυτά με αφορμή τις νέες επικοινωνιακές γελοιότητες και κωμικότητες, που είδαμε και ακούσαμε προχθές από τον πρόεδρο Αναστασιάδη, κατά την τελετή ανάληψης των χαρτοφυλακίων από τους νέους -ξανά ΔΗΚΟϊκούς- υπουργούς.

Αντιμετώπισε, είπε, «βασανιστικά διλήμματα και επιλογές που έφερναν τις συνταγματικές μου εξουσίες και την πολιτική δεοντολογία, σε σύγκρουση με τα ανθρώπινα συναισθήματα απέναντι σε καταξιωμένους συνεργάτες. Διλήμματα αν θα έπρεπε να σεβαστώ μιαν αβάσιμη και αδικαιολόγητη απόφαση ή αν θα αποδεχόμουν τους κανόνες της πολιτικής ηθικής, όπως διαπλάστηκαν στο πολιτικό μας σύστημα. Διλήμματα που με έφεραν προ του ερωτήματος: Να τραυματίσω τον θεσμό του Προέδρου ή να υποκύψω στο κάλεσμα της συνείδησής μου;». Και πρόσθεσε τα ακόλουθα δακρύβρεκτα: «Η απόφαση ήταν δύσκολη και εξίσου σκληρή, έκρινα πως ο θεσμός του Προέδρου έπρεπε να υπερισχύσει του ανθρώπου Νίκου Αναστασιάδη και, ως ο θεματοφύλακας της ενότητας, αποδέχτηκα με θλίψη την παραίτηση τριών καταξιωμένων και στενών μου συνεργατών».

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; Την ανεκδιήγητη, πια, προεδρική θεατρικότητα για να τον λυπηθεί και να τον χειροκροτήσει η αφελής πλέμπα; Το δούλεμα στους «καταξιωμένους συνεργάτες» του, που τους ενέπαιξε χοντρά; Το μήνυμα στον Ν. Παπαδόπουλο ότι ο Ν. Αναστασιάδης επιμένει να συμπεριφέρεται ως αδίστακτος κομματάρχης και όχι ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας; Το περιπαίξιμο και η προσβολή προς τη νοημοσύνη των πολιτών, όταν τους υποβάλλει ότι, ως δήθεν θεματοφύλακας της ανύπαρκτης ενότητας, αποδέχτηκε την παραίτηση των τριών; Το μήνυμα προς τον Αβ. Νεοφύτου ότι πρέπει να είναι ευτυχής που έγινε το δικό του; Ή το μήνυμα προς τον Μ. Καρογιάν ότι θα συγκυβερνά με ΔΗΚΟύς του; Δηλαδή, οι σκεπτόμενοι πολίτες να εννοήσουν ότι για τρεις υπουργούς, όχι και τόσο… καταξιωμένους, ο Πρόεδρος είχε «βασανιστικά διλήμματα» και δεν μπορούσε και δεν ήξερε τι να αποφασίσει; Τότε τι να αναμένουν ότι ο Πρόεδρος θα πράξει, όταν βρεθεί ενώπιον πραγματικών, οδυνηρών, σκληρών και ωμών διλημμάτων;

Αλλ’ ήδη οι πολίτες γνωρίζουν πως ο Πρόεδρος αντέδρασε όταν βρέθηκε, δήθεν, «με το πιστόλι στον κρόταφο», πριν από έναν ακριβώς χρόνο, στο πρώτο Γιούρογκρουπ. Δικαιολογήθηκε ότι «εξ αδηρίτου ανάγκης» υπέκυψε στον εκβιασμό των δανειστών μας. Και προφανώς, εξ αδηρίτου νέας ανάγκης, συμφώνησε την Κοινή Δήλωση με τον Έρογλου, που ανοίγει την πόρτα της διάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν, λοιπόν, για τρεις μέτριους και αμφισβητούμενης ικανότητας υπουργούς, ο Ν. Αναστασιάδης είχε, τάχα μου, «βασανιστικά διλήμματα» και ακροβατούσε ανάμεσα στο δάκρυ και στο καθήκον του να λειτουργήσει ως άνθρωπος ή ως Πρόεδρος, τι να αναμένουμε σε κρισιμότερες, πιο απελπιστικές καταστάσεις; Ο Πρόεδρος θα… λούζεται στο κλάμα για να τον λυπηθούν και να τον λυπηθούμε; Αν ο Ν. Αναστασιάδης, με τέτοιες θεατρικές, επικοινωνιακές και γελοίες παραστάσεις πιστεύει ότι θα κυβερνά τον τόπο, τότε να αναμένουμε πως το κατάντημα του τόπου θα γίνει επαχθέστερο.