Aνησυχητικά μηνύματα, εν μέσω της ευφορίας που καλλιεργεί η Κυβέρνηση, φθάνουν τον τελευταίο καιρό όσον αφορά τις εξελίξεις στο εθνικό θέμα.
Εν πρώτοις, γι' άλλη μια φορά η ελληνοκυπριακή πλευρά γίνεται θύμα αμερικανικών υποσχέσεων, πως τάχατες έλαβε διαβεβαιώσεις από την Άγκυρα, ότι η Τουρκία θα τερματίσει τις προκλητικές παραβιάσεις των κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην κυπριακή ΑΟΖ.
Όχι μόνο δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις, αλλά το τουρκικό πλοίο «Μπαρμπαρός» συνεχίζει να αλωνίζει στην κυπριακή ΑΟΖ, και με συνοδεία τουρκικών πολεμικών, να διεξάγει σεισμικές έρευνες. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, ενώ διακήρυσσε εκ του ασφαλούς ότι θα αποχωρήσει από τις συνομιλίες, εάν συνεχιστούν οι τουρκικές παραβιάσεις, όχι μόνο αποδεσμεύεται, όχι μόνο δεν δίνει εξηγήσεις, αλλά ούτε καν σε διάβημα διαμαρτυρίας και καταγγελίας των τουρκικών προκλήσεων προβαίνει.
Εξάλλου, ενώ η Κυβέρνηση επιμένει να δηλώνει πως επιδιώκει λύση βασισμένη στις ευρωπαϊκές αρχές και το κοινοτικό κεκτημένο, έρχεται ο Βρετανός Πρεσβευτής στη Λευκωσία Μάθιου Κιντ και δηλώνει σε τουρκοκυπριακή εφημερίδα ότι «σε ορισμένους τομείς της λύσης, ενδέχεται να χρειαστούν βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες παρεκκλίσεις».
Δεδομένης της πάγιας αξίωσης της ελληνοκυπριακής πλευράς, ότι η λύση πρέπει να συνάδει με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, η δήλωση του Βρετανού διπλωμάτη γεννά απορίες και ανησυχίες. Είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο ότι η βρετανική πλευρά γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα συμβεί και διερωτόμαστε, αν η κυπριακή κυβέρνηση έχει ζητήσει εξηγήσεις από τον κ. Κιντ, τι εννοεί όταν λέγει ότι θα υπάρχουν παρεκκλίσεις, και σε ποια σημεία θα υπάρξουν παρεκκλίσεις. Και τι έχει να πει η ίδια προς τον κυπριακό λαό, προς τον οποίο άλλα λέγει και άλλα υπόσχεται.
Το τρίτο μήνυμα έρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Στέφαν Φούλε δηλώνει ότι το θέμα της Αμμοχώστου θα συζητηθεί και θα επιλυθεί στο πλαίσιο μίας συνολικής διευθέτησης του κυπριακού προβλήματος. Αυτή η τοποθέτηση έρχεται σε αντίθεση με αυτά που αφήνει να διαρρεύσουν η Κυβέρνηση, ότι δήθεν υπάρχουν παρασκηνιακές διαβουλεύσεις και πως η επιστροφή της Αμμοχώστου κερδίζει έδαφος.
Σε αυτά τα θέματα έρχεται να προστεθεί και η συσκότιση, η οποία υπάρχει από την Κυβέρνηση. Δεν λέγεται τίποτε προς τον λαό, ή μεταφέρεται μία ωραιοποιημένη εικόνα, ώστε να εφησυχάζει ο λαός ή, στη χειρότερη ακόμη περίπτωση, να παραπλανείται. Συνεχίζεται μία τακτική, η Κυβέρνηση να αισθάνεται ότι συνομιλεί με τον εαυτό της και θα λύσει το Κυπριακό από μόνη της.
Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπαίζουν την Κυβέρνηση με ψευδείς υποσχέσεις, όταν η βρετανική διπλωματία δηλώνει ότι η λύση θα παρουσιάζει παρεκκλίσεις από το ευρωπαϊκό κεκτημένο και όταν η Ευρωπαϊκή Ενωση μάς λέγει ότι η Αμμόχωστος ενδέχεται να επιστραφεί μόνο σε περίπτωση συνολικής λύσης, τότε δεν νοείται, και είναι απαράδεκτο, να καλλιεργούνται φρούδες ελπίδες και να παραπλανείται ο λαός από την Κυβέρνησή του.
Λέγεται επανειλημμένα ότι ο διεθνής παράγοντας κατανοεί τις θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς και τις στηρίζει. Εάν, όμως, όλα αυτά που προαναφέραμε είναι απόδειξη στήριξης και συμπαράστασης προς τις ελληνοκυπριακές θέσεις, τότε οι λέξεις έχασαν τη σημασία τους.
Να προσγειωθεί η Κυβέρνηση. Δεν μπορεί να αποκοιμίζει τον λαό, ούτε να τον συγχύζει, ούτε να τον παραπλανεί. Οφείλει να τον διαφωτίζει σωστά και να του λέγει την αλήθεια. Διαφορετικά, όταν έλθει η ώρα της αλήθειας, θα βρεθεί εκτεθειμένη. Και τότε, καμία ωραιοποίηση δεν θα μπορέσει να διαλύσει τη σκληρή πραγματικότητα...




