Eρωτήθηκε στο προχθεσινό δελτίο ειδήσεων του «Σίγμα» ο σύμβουλος του Προέδρου της Δημοκρατίας Αλέκος Μαρκίδης, πώς είναι δυνατόν, ενώ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διακήρυσσε ότι επιδιώκει καθαρό κοινό ανακοινωθέν, το οποίο να μην ερμηνεύεται από την τουρκοκυπριακή πλευρά κατά τρόπον που να τη βολεύει, τελικά εφθάσαμε στο σημείο που δεν ηθέλαμε. Και απάντησε: «Έτσι ενομίζαμε».

Τελικά, δηλαδή, οι χειριζόμενοι το εθνικό θέμα χαράσσουν πολιτική στη βάση του «έτσι νομίζουν»; Αυτό συμβαίνει. Χαράσσουν πολιτική, ως να πρόκειται να συνομιλήσουν με τους εαυτούς τους, δεν γίνεται καμία προσπάθεια να διαγνωστεί η αντίδραση του αντιπάλου και στο τέλος καταλήγουν, όλα, στην πεπατημένη: Σε έναν ατέρμονα διάλογο κωφών, όπου οι δύο πλευρές συζητούν στη βάση διαφορετικού αντικειμένου. Η ελληνοκυπριακή πλευρά συζητεί στη βάση διζωνικής, όπως αντιλαμβάνεται τη μορφή αυτής της λύσης, και η τουρκική πλευρά συζητεί στη βάση μιας λύσης με εικονική ονομασία τη διζωνική, αλλά με περιεχόμενο τη λύση δύο κρατών.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ούτε κοινή φωνή μπορεί να υπάρξει στην ελληνοκυπριακή πλευρά, ούτε φυσικά, δίκαιη λύση, να αναμένεται.
Αν όμως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέμενε προσηλωμένος στην προεκλογική του δέσμευση για ετοιμασία, από το Εθνικό Συμβούλιο, πλαισίου λύσης, αυτό το σχέδιο θα είχε τη σφραγίδα της συνδιαβούλευσης, της συναίνεσης και της κοινής αποδοχής από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Θα επικρατούσε, σε αυτήν την περίπτωση, ενότητα και πλήρης στήριξη του Προέδρου της Δημοκρατίας, στις συνομιλίες με την τουρκική πλευρά. Τελικά, για λόγους που ποτέ δεν εξήγησε στον λαό, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης προτίμησε να επικεντρωθεί στην έκδοση κοινού ανακοινωθέντος το οποίο, ήταν φυσικό, να υπόκειται σε διαφορετικές ερμηνείες, όχι μόνο μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά και μεταξύ των πολιτικών και των νομικών κύκλων της ελληνοκυπριακής πλευράς.

Δεν χαράσσεται όμως κοινή πολιτική με τις μονομερείς επιλογές του Προέδρου της Δημοκρατίας, του οποιουδήποτε Προέδρου της Δημοκρατίας. Δεν χαράσσεται εθνική πολιτική στη βάση του «έτσι νομίζουμε» και χωρίς να υπάρξει συνδιαβούλευση και συναίνεση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Μοιραία οδηγούμαστε στη διάσπαση του εσωτερικού μετώπου και σε αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής δυνατότητας της ελληνοκυπριακής πλευράς, την οποία ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προετοίμασε, με τις μονομερείς αποφάσεις του. Οι διακηρύξεις του Νίκου Αναστασιάδη, πως κανενός ο ώμος δεν είναι τόσο στιβαρός ώστε να χειριστεί μόνος το εθνικό θέμα, αλλά χρειάζεται η σοφία των πολλών, εγκαταλείφθηκε.

Δεν είναι όμως τούτο. Υπάρχει και κάτι άλλο, πολύ επικίνδυνο. Τον τελευταίο καιρό ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, σε σειρά ομιλιών και δηλώσεών του, στέλλει μηνύματα που μεταθέτουν το Κυπριακό από πρόβλημα εισβολής και κατοχής, σε πρόβλημα δικοινοτικό. Οι δηλώσεις περί «εθνικισμού» και η αναφορά του στις 28 διαφορετικές εθνότητες και καταγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης που μπορούν να συνεργάζονται, και η σύνδεση που επιχειρεί υπό τύπον ερωτήματος «γιατί να μην μπορούμε να το κατορθώσουμε και εμείς με τους Τουρκοκυπρίους;», προκαλούν προβληματισμό και ανησυχία.

Το πρόβλημα δεν είναι οι Τουρκοκύπριοι, ούτε η αδυναμία συνεννόησης και συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Το πρόβλημα είναι η Τουρκία και τα επεκτατικά της σχέδια κατά του Ελληνισμού της Κύπρου. Εναντίον της κατοχικής χώρας όφειλε να μιλά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, και να υποδεικνύει ότι αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα και το μεγάλο εμπόδιο στην επανένωση. Όχι να τα ρίχνει στον «εθνικισμό» των δύο κοινοτήτων και να αφήνει έξω την Τουρκία. Έτσι εμπλέκει την κατοχική χώρα στο κυπριακό πρόβλημα;