Το κοινό ανακοινωθέν όχι μόνο δεν αναφέρει πουθενά ότι η Ενωμένη Κυπριακή Ομοσπονδία θα είναι συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά το αντίθετο. Τονίζονται στο κοινό ανακοινωθέν τα εξής: «Η Ενωμένη Κυπριακή Ομοσπονδία θα προκύψει από τη λύση μετά την έγκρισή της σε χωριστά δημοψηφίσματα», τα οποία θα πραγματοποιηθούν από τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους. Λόγω της εποικοδομητικής ασάφειας, η μεν μια πλευρά μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν πρόκειται για χωριστούς λαούς αλλά για Κοινότητες που ανήκουν στον ίδιο λαό και η άλλη θα μπορεί να ισχυρίζεται ότι πρόκειται για δύο λαούς. Και τρέχα γύρευε…

Βέβαιο, δε, είναι ότι η Ενωμένη Κυπριακή Ομοσπονδία που θα αποτελείται από δύο ισότιμα συνιστώντα κράτη θα προκύπτει από χωριστά δημοψηφίσματα. Όχι από την Κυπριακή Δημοκρατία. Άλλωστε καμία των δομών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ενιαίου κράτους δεν θα μείνει όρθια. Θα έχουμε κατεδάφιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και αντικατάστασή της από δύο ισότιμα συνιστώντα κράτη και μια κεντρική εξουσία. Συναφώς, αναφέρονται στο κοινό ανακοινωθέν, και πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 3, τα εξής:

«Οι συνιστώσες πολιτείες θα ασκούν πλήρως και αμετακλήτως όλες τις εξουσίες τους χωρίς παρέμβαση από την ομοσπονδιακή Κυβέρνηση. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι δεν θα παρεμβαίνουν στις νομοθεσίες των συνιστωσών πολιτειών στο πεδίο αρμοδιοτήτων των συνιστωσών πολιτειών, και οι νομοθεσίες των συνιστωσών πολιτειών δεν παρεμβαίνουν στους ομοσπονδιακούς νόμους εντός των αρμοδιοτήτων της ομοσπονδιακής Κυβέρνησης». Δηλαδή, το κεντρικό Σύνταγμα είναι ανώτατος νόμος μόνο σε ό,τι αφορά τις δικές του αρμοδιότητες. Ως προς τα λοιπά, ουδόλως μπορεί να επεμβαίνει στα συνιστώντα κρατίδια.

Έχουμε, δηλαδή, τρεις ισοϋψείς συνταγματικές εξουσίες. Και ως εκ τούτου δικαίως θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η μια και αδιαίρετη εξουσία, δηλαδή η κυριαρχία, τριχοτομείται ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία τού διζωνικά ομόσπονδου πολιτειακού συστήματος της Κύπρου. Δηλαδή μεταξύ των δύο συνιστωσών πολιτειών και της Κεντρικής Κυβέρνησης. Αυτή είναι η υπό συζήτηση διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία. Είναι στο γράμμα και στο πνεύμα του σχεδίου Ανάν. Για να ήταν χωρίς καμιά παρερμηνεία το ομοσπονδιακό σύνταγμα, ο ανώτατος νόμος του πολιτειακού συστήματος της Κύπρου θα έπρεπε να διατηρούσε το κατάλοιπο εξουσίας.

Οι προβληματισμοί μας, καθώς και των πολιτών, δεν συνιστούν προϊόν καχυποψίας αλλά ανάλυσης πραγματικών δεδομένων, που αφορούν στη βάση των συνομιλιών, η οποία δημιουργεί προϋποθέσεις που οδηγούν σε διχοτομικές ή τριχοτομικές ατραπούς. Υπάρχει η αντίληψη που λέει, άστε τον Πρόεδρο να δοκιμάσει. Να μην πάει στις συνομιλίες; Και η θέση αυτή ακούγεται λογική. Όταν, όμως, ξεκινούν οι συνομιλίες με τόσες ασάφειες, τις οποίες αποσαφηνίζει κάθε πλευρά όπως τη βολεύει, πώς θα είναι λειτουργικό στη συνέχεια το νέο πολιτειακό σύστημα εάν πούμε ναι; Θα τρέχουμε, όπως αναφέρει το κοινό ανακοινωθέν, στα δικαστήρια για ερμηνείες ποιος, πότε και κάτω από ποιες συνθήκες θα ασκεί εξουσίες; Θα δημιουργηθούν ή όχι συνθήκες διάλυσης και βελούδινου, στην καλύτερη περίπτωση, διαζυγίου;

Απολύτως λογικό είναι να διερωτάται κάποιος για τα αυτονόητα: Πού οδηγεί η υφιστάμενη διαδικασία; Οδηγεί, τελικά, στην επανένωση ή στη δημιουργία ενός νέου κυπριακού προβλήματος, που θα είναι πολύ πιο περίπλοκο και πολύ πιο σύνθετο από το υφιστάμενο; Μπαίνουμε σε πορεία λύσης -όπως όλοι θέλουμε- για μια Κύπρο ευρωπαϊκή, κράτος-μέλος του ΟΗΕ, ή σε μια νέα περιπέτεια;