Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας απέρριψε, την περασμένη Πέμπτη, την πρόταση της κυβέρνησης να μειώσει τις συντάξεις στον δημόσιο τομέα, χαρακτηρίζοντας την πρόταση ως αντισυνταγματική, επειδή «παραβιάζει την Αρχή της εμπιστοσύνης» και τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν οι συνταξιούχοι να στερηθούν τις οικονομίες τους. Από τις περικοπές στις συντάξεις, θα αποταμιεύονταν περίπου 380 εκ. ευρώ και η κυβέρνηση της χώρας προβληματίζεται τώρα, κατά πόσο η απόφαση αυτή θα συνιστά προηγούμενο σε μίαν άλλη απόφασή της, για περικοπές στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Η κυβέρνηση δεν έχει εναλλακτικά μέτρα για να αναπληρώσει το ποσό που θα έβαζε στα ταμεία της, από τις περικοπές που ζητούσε.

Ανεξάρτητα εάν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με αυτήν την απόφαση της πορτογαλικής Δικαιοσύνης, το γεγονός οδηγεί, μοιραία, σε σύγκριση με το πώς αποφασίζει εδώ η κυπριακή Δικαιοσύνη σε καταφανέστατες περιπτώσεις, όπου είναι ξεκάθαρη η παραβίαση του Συντάγματος από πράξεις της Κυβέρνησης, οι οποίες υπαγορεύονται από την Τρόικα. Στις πλείστες περιπτώσεις, η κυπριακή Δικαιοσύνη προβάλλει ως υπερασπιστής τροϊκανών αποφάσεων, οι οποίες παραβιάζουν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, παρά ως προστάτης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προνοιών του Συντάγματος.

Το δικαίωμα της κατοχύρωσης της περιουσίας του κάθε πολίτη, και όσων απέκτησε με την εργασία του, είναι ιερό. Προστατεύεται και κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και δεν είναι νοητό, η κυπριακή Δικαιοσύνη να θωρακίζει το κούρεμα καταθέσεων, την κλοπή, στην ουσία, των μόχθων των πολιτών-καταθετών. Είναι προκλητικό η Δικαιοσύνη να αντιπαρέρχεται αυτό το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα και να μην απορρίπτει ως αντισυνταγματική ενέργεια την καταλήστευση της περιουσίας των ανθρώπων.

Για ποια ανθρώπινα δικαιώματα αγωνίζεται, δήθεν, αυτό το κράτος, όταν η Κυβέρνησή του αποφασίζει και η Δικαιοσύνη ευλογεί κατάργηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικών της και ξένων πολιτών;
Από την πρώτη στιγμή, τα κυπριακά δικαστήρια όφειλαν να σταματήσουν κάθε ενέργεια της Κυβέρνησης, να προχωρήσει αυθαίρετα στην κλοπή των καταθέσεων των πολιτών, για να αποπληρώσει χρέη τα οποία οι ίδιες οι τράπεζες με δικά τους εγκληματικά λάθη δημιούργησαν.

Όχι μόνο τα δικαστήρια δεν δικαίωσαν καμία προσφυγή κατά του κουρέματος, αλλά με διάφορες νομικές ορολογίες επιβραβεύουν μία καταφανή παραβίαση του Συντάγματος, το οποίο πρώτη, θέσει και φύσει, όφειλε να προστατεύει η κυπριακή Δικαιοσύνη. Δεν είναι υπάλληλος, ούτε διεκπεραιωτής αντισυνταγματικών κυβερνητικών και τροϊκανών μέτρων η Δικαιοσύνη. Είναι, πρωτίστως, προασπιστής του Συντάγματος και θεσμός ο οποίος προστατεύει το δίκαιο του πολίτη. Από τη στιγμή που η Δικαιοσύνη σταματά να προστατεύει το Σύνταγμα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και δικαιώνει όσους τα παραβιάζουν και τα καταπατούν, τότε αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων και η αρχή του δικαίου μετατρέπεται σε αρχή αδίκου, και νομιμοποίησης κάθε παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος.

Με ποίο έρεισμα ζητούμε από άλλους να προστατεύσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα του κυπριακού Ελληνισμού, όταν αυτό το κράτος παραβιάζει σκαιότατα τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών του;

ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ
Οι δημοσιοϋπαλληλικές φιέστες


Πολύ ορθά έπραξε το Υπουργείο Οικονομικών και απαγόρευσε τις φιέστες σούβλων, που έστηναν έξω από τα κυβερνητικά γραφεία οι δημόσιοι υπάλληλοι, κάθε παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς. Έκλειναν τα γραφεία πολύ προτού συμπληρωθεί το ωράριο εργασίας, άφηναν τον κόσμο χωρίς εξυπηρέτηση και στήνονταν στο φαγοπότι. Τριτοκοσμικές καταστάσεις, τις οποίες, ευτυχώς, έρχεται να ακυρώσει το Υπουργείο. Αν μάλιστα προχωρήσει σε απαγόρευση λήψης άδειας, στο μεσοδιάστημα Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ώστε να μην ταλαιπωρείται ο κόσμος σε κυβερνητικά γραφεία χωρίς υπαλλήλους, τότε θα προσθέσει ακόμη μία υπηρεσία προς τον πολίτη.