Ο Νίκος Αναστασιάδης είναι πρωταθλητής στις αποχωρήσεις. Υπήρξε ο Πρόεδρος κόμματος με τις περισσότερες αποχωρήσεις από το Εθνικό Συμβούλιο. Και συνεχίζει την ίδια τακτική και ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αποχώρησε από τις συνομιλίες, μετά την εισβολή της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ, για να επιστρέψει ταπεινωμένος, και ως να μη συνέβη η εισβολή, στη χρεοκοπημένη διαδικασία.
Αφού με την αποχώρησή του έγινε δέκτης πιέσεων από τη διεθνή κοινότητα και δεν εξασφάλισε καμία ουσιαστική υποχώρηση από την Τουρκία. Ούτε ο ίδιος, άλλωστε, την απαίτησε. Την περασμένη Δευτέρα, αποχώρησε από το δείπνο Ερντογάν, οργισμένος και έξω φρενών, επειδή ο Ερντογάν προσκάλεσε στη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης τον κατοχικό ηγέτη και ο Μπαν Κι-Μουν, με τη βοήθεια του Έιντε, συναντήθηκε με τον Ακιντζί, χωρίς να ενημερώσει την κυπριακή Κυβέρνηση.
Αλλά, εάν οι αποχωρήσεις από το Εθνικό Συμβούλιο ήταν καθαρώς εσωτερικό θέμα, και μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν με διάφορα επιχειρήματα, συνεπώς δεν είχαν κανένα κόστος για το εθνικό θέμα, οι επικοινωνιακές αποφάσεις στο Κυπριακό και οι γρήγορες αναδιπλώσεις, με την ουρά στα σκέλια, προκαλούν τεράστια ζημιά στην εθνική υπόθεση.
Ο υπογράφων είχε εκτιμήσει, από την πρώτη στιγμή, ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης φεύγει... μένοντας. Αποφάσισε σε μία έκρηξη οργής, αλλά όταν θα παρήρχετο ο θυμός, θα επέστρεφε, εκεί απ' όπου έφυγε. Ούτε υπέβαλε οποιαδήποτε προϋπόθεση επιστροφής, ούτε απαίτησε αναγνώριση από την Τουρκία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε δήλωσε πως τερματίζεται η ανοχή της κυπριακής Κυβέρνησης σε επαφές και συνομιλίες του κατοχικού ηγέτη με αρχηγούς και εκπροσώπους ξένων κρατών. Ζήτησε απλώς κάποιες εξηγήσεις από τα Ηνωμένα Έθνη και αφού δέχθηκε τις τηλεφωνικές θωπείες του Μπαν Κι-Μουν και τις συνήθεις δικαιολογίες των εκπροσώπων του ΟΗΕ, αποφάσισε να επιστρέψει στις συνομιλίες.
Τρεις ημέρες άντεξε τη φουστανέλα. Μετά ξαναφόρεσε το κοστούμι του ανανικού.
Οι αμελέτητες, βιαστικές αποφάσεις του Προέδρου, οι οποίες πάντοτε λαμβάνονται σε στιγμές οργής και για εσωτερική κατανάλωση, χωρίς καμία περίσκεψη και προβληματισμό για τις αντιδράσεις που θα προκαλέσουν, διαλύουν τον μύθο του «ρεαλιστή» ηγέτη. Οι πραγματικοί ηγέτες ούτε οργίζονται, ούτε αποφασίζουν σε στιγμές θυμού. Κρίνουν και αποφασίζουν νηφάλια, επιμετρούν τις συνέπειες των αποφάσεών τους και συνοδεύουν τις αποφάσεις με μέτρα αντίδρασης. Τίποτε από όλα αυτά δεν έπραξε.
Έσπευσε να ζητήσει στήριξη από τον Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ. Και ο φίλος του Τζο Μπάιντεν τού τηλεφώνησε και τον προέτρεψε: «Επίστρεψε και εντατικοποίησε τον διάλογο». Τα ίδια τού είπε και ο Μπα Κι-Μουν. Τα ίδια τον συμβούλευσαν και οι Ευρωπαίοι φίλοι του. Πήγε για μαλλί και φεύγει κουρεμένος.
Μέσα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα έχασε όσους πίστευαν ότι αποτελεί ηγέτη, με τον οποίο μπορούν να διαβουλευθούν. Επικρατεί στα κατεχόμενα η καθολική εκτίμηση, ότι ενήργησε υπό το κράτος πανικού μετά τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών και τις επιτυχίες των κομμάτων, τα οποία αντιτίθενται στην πολιτική του. Η ίδια αντίληψη επικρατεί και στα βρετανικά ΜΜΕ. «Υπό το φως των εκλογών ενήργησε ο Αναστασιάδης», γράφουν οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς». Και υποβάλλουν το χαρακτηριστικό ερώτημα:
«Ποιος θα ήταν τόσο γενναίος τώρα, ώστε να στοιχηματίσει υπέρ μίας λύσης του Κυπριακού, έως το τέλος του 2016;». Δεν αντελήφθησαν οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» πως και αυτό ήταν ένα επικοινωνιακό κόλπο, ενόψει των εκλογών. Και όσον αφορά την ελληνοκυπριακή κοινότητα, κατεδείχθη για πολλοστή φορά ότι ο Νίκος Αναστασιάδης δεν είναι ο σοβαρός και υπεύθυνος ηγέτης, ο οποίος μπορεί να διαχειριστεί το Κυπριακό και να επιτύχει κάμψη της τουρκικής αδιαλλαξίας και βιώσιμη λύση.
Τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα δεν διαρκούν πολύ. Αλλά όταν σβήσουν, αφήνουν τεράστια ζημιά στην εθνική υπόθεση. Και αν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης δεν αντιληφθεί πως θα κάψει τα χέρια του -και την εθνική υπόθεση- επιμένοντας στην ίδια πολιτική, και αν συνεχίσει να ενδύεται άλλοτε φουστανέλα και άλλοτε ανανικό κοστούμι, θα γνωρίσει και άλλα μπούμερανγκ και άλλα βατερλώ.




