Διερωτήθηκε ποτέ η λεγόμενη Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ή καταδίκασε το γεγονός, ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις ελέγχουν τον καίριο τομέα δημοσιογραφικής ενημέρωσης, το ΡΙΚ; Αντελήφθη ποτέ, ότι αυτό πιθανόν να αποκαλύπτει προθέσεις των εκάστοτε κυβερνώντων, να μετατρέψουν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση σε δικό τους φερέφωνο και να παρεμβαίνουν εκεί, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος αποκάλυψης των παρεμβάσεών τους; Έχει ποτέ εκδώσει ανακοίνωση, στην οποία να καταγγέλλει τον διορισμό, σε αυτό τον καίριο τομέα της ενημέρωσης, ημετέρων; Πώς είναι δυνατόν το Διοικητικό Συμβούλιο της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης να διορίζεται από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος έχει, μάλιστα, διατελέσει αρχηγός κόμματος;

Με αυτό το καίριο θέμα αρχής έπρεπε να ασχοληθεί, να στηλιτεύσει και να καταδικάσει η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Και όχι να επιχειρεί φίμωση αντιπολιτευόμενων δημοσιογράφων, στη βάση πιθανώς παλαιολιθικών αντιλήψεων. Αυτό συνιστά ανεπίτρεπτη και αντιδημοκρατική τακτική, η οποία δεν μπορεί να εφαρμόζεται σε μία υποτιθεμένη ευρωπαϊκή χώρα, το 2016.

Επικροτούμε και συμφωνούμε με όσα έγραψε σε άρθρο του στον «Φιλελεύθερο» ο συνάδελφος Άριστος Μιχαηλίδης και συνυπογράφουμε όσα δήλωσαν ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ και ο εκπρόσωπος Τύπου της Συμμαχίας Πολιτών. Η απόφαση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, διά της οποίας καταδικάζει τον διεθνώς αναγνωρισμένο και βραβευμένο γελοιογράφο Πέτρο Παπαπέτρου, γνωστό ως «ΠΙΝ», για σκίτσο του και τον συνάδελφο Παύλο Μυλωνά για σχόλιό του, είναι απαράδεκτη. Όταν σε ένα κράτος καταδικάζεται και αφορίζεται η σάτιρα, επειδή θίγει είτε την κατοχική χώρα, είτε τους κυβερνώντες, είτε την πολιτική τους, αυτό το κράτος δεν μπορεί να θεωρείται δημοκρατικό και δεν αντέχει στην κριτική. Αποτελεί Μπανανία.

Συνεπώς, όπως σωστά δήλωσε ο Νικόλας Παπαδόπουλος, η απόφαση συνιστά μαύρη κηλίδα για την ελεύθερη δημοσιογραφία και κατάφωρο περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και άποψης. Ακόμη χειρότερο είναι το γεγονός ότι καταδικάζονται δημοσιογράφοι οι οποίοι διαφωνούν και ασκούν κριτική κατά της Κυβέρνησης, γεγονός που δημιουργεί συνειρμούς ότι βρίσκεται υπό δίωξη η αντίθετη άποψη.

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός και η ηγεσία του, και ως κομματικοί και ως Πρόεδροι Δημοκρατίας, έχουν μία θετική προϊστορία, ως προς την αντιμετώπιση των δημοσιογράφων. Την οποία επανειλημμένα κατέγραψα, ως προσωπική εμπειρία. Και επί Γλαύκου Κληρίδη, και επί Νίκου Αναστασιάδη και σήμερα επί Αβέρωφ Νεοφύτου, ουδέποτε αισθάνθηκα παρέμβαση κατά οποιονδήποτε τρόπο στην εργασία μου. Παρά το γεγονός ότι άσκησα, και παλαιότερα και αργότερα και σήμερα, έντονη έως σκληρή κριτική και εναντίον της ηγεσίας του και εναντίον των Προέδρων Δημοκρατίας.

Δεν γνωρίζω εάν διαφορετική είναι η αντιμετώπιση άλλων συναδέλφων, από τον ΔΗΣΥ, αλλά προσωπικά εκτιμώ βαθύτατα αυτόν τον σεβασμό, τον οποίο η ηγεσία, το κόμμα και οι ηγέτες του, οι οποίοι διετέλεσαν Πρόεδροι Δημοκρατίας, τήρησαν έναντι του υπογράφοντος.
Θέλω να πιστεύω ότι η ανοχή της ελεύθερης άποψης, όσο σκληρή, ακόμη και άδικη, κριθεί, θα συνεχιστεί και δεν θεωρώ ότι η τελευταία απόφαση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επεβλήθη ή υπεδείχθη κατά διάφορους τρόπους από κυβερνητικούς κύκλους.

Ο δημοσιογραφικός κόσμος δεν είναι χώρος αγγέλων. Έχει ευθύνες για πολλά, και για τον τρόπο που άσκησε και ασκεί το λειτούργημά του. Αλλά η φίμωσή του δεν αποτελεί λύση. Αποτελεί ανελεύθερη πράξη. Ο δημοσιογράφος κρίνεται από τους αναγνώστες του, από τους τηλεθεατές και από τους ακροατές του. Από το κοινωνικό σύνολο γενικότερα. Δεν καταδικάζεται για το σκίτσο και τη σάτιρά του. Είναι προτιμότερο να υπάρχει κίτρινος Τύπος, παρά να μην υπάρχει ελευθεροτυπία.

Σε όλη την Ευρώπη, υπάρχει απόλυτη ελευθερία για τον δημοσιογράφο. Μόνο στην Τουρκία και στα κράτη που τελούν υπό δικτατορικά καθεστώτα δημοσιογράφοι δολοφονούνται, φυλακίζονται, φιμώνονται. Αλλά η καταδίκη της πολιτικής σάτιρας, ακόμη και του σκληρού λόγου του δημοσιογράφου, αποτελεί πισωγύρισμα.

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας καλείται να ενεργεί στη βάση των σύγχρονων αντιλήψεων. Και όχι στη λογική παλαιολιθικών συνδρόμων. Για να μην καταστεί τελικά όργανο φίμωσης και περιορισμού της ελεύθερης άποψης.