Ναι, να επειγόμεθα για λύση, αλλά λύση βιώσιμη. Να αξιοποιούμε τον χρόνο και όχι να τον σπαταλούμε στη συνέχιση μιας απολιθωμένης στρατηγικής
Ο εξίσου μ' εμένα, ακούραστος αρθρογράφος του συγκροτήματος Αλήθεια, Αλέκος Κωνσταντινίδης, παίρνοντας αφορμή από άρθρο μου, στο οποίο κατέγραφα τις αισιόδοξες δηλώσεις που έγιναν από τον Κλαρκ Κλίφορντ, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Εζεκία Παπαϊώννου το 1977, οι οποίοι έβλεπαν σίγουρη λύση για τον χρόνο εκείνο (καλή ώρα όπως σήμερα), αντιπαραθέτει σχετικό άρθρο της εφημερίδας μας, ημερομηνίας 10 Φεβρουαρίου 1977, στο οποίο τονίζονται μεταξύ άλλων: «Πρέπει με τους χειρισμούς μας και να φαινόμαστε και να είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή για λύση. Και να είμαστε πειστικοί, λόγοις και έργοις, ότι εμείς πράττουμε αυτά που μας ανήκουν. Είναι πίστις και αιτιολογούμενη πεποίθησή μας, ότι εμείς πρέπει να επειγόμεθα».
Σε άλλο άρθρο της «Σημερινής», ημερομηνίας 24 Νοεμβρίου 1977, ετονίζετο ότι «η κυπριακή ηγεσία όφειλε να επισπεύσει τις εξελίξεις, με βάση την αποδεδειγμένη πραγματικότητα ότι ο χρόνος εργάζεται υπέρ των τετελεσμένων γεγονότων».
Αλλά αυτές οι θέσεις της «Σημερινής» αποδεικνύονται προφητικές, ισχύουν ακόμη και σήμερα, και εάν τότε, αλλά και στα μετέπειτα χρόνια, οι ηγεσίες του κυπριακού Ελληνισμού τις μετουσίωναν σε πολιτική, η πορεία του εθνικού προβλήματος θα ήταν πολύ διαφορετική. Εάν από τότε οι ηγέτες μας κατανοούσαν πως η άκαρπη παρέλευση του χρόνου παγίωνε τα τετελεσμένα, δεν θα την επικαλείτο σήμερα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης για να δικαιολογεί την πολιτική του «να σώσουμε όσα περισώζονται».
Και καλό θα ήταν, εάν ο κ. Αλέκος Κωνσταντινίδης ερωτούσε τον Γλαύκο Κληρίδη, όταν ο αείμνηστος Πρόεδρος βρισκόταν εν ζωή, γιατί άφησε επί πέντε χρόνια διακυβέρνησης (1993-1998), τον χρόνο να παρέρχεται άκαρπος και να παγιώνει τα τετελεσμένα, δεχόμενος να ακολουθήσει την απορριπτική πολιτική του Σπύρου Κυπριανού, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξη του ΔΗΚΟ στην προσπάθειά του να εκλεγεί Πρόεδρος.
Όφειλε επίσης να ερωτήσει τους ηγέτες του ΔΗΣΥ γιατί απέρριψαν τις Ιδέες Γκάλι, τις οποίες προηγουμένως είχαν αποδεχθεί, και άφησαν τον χρόνο να διαρρέει άκαρπος. Γιατί, ακόμη, επέλεξαν τη στρατιωτικοποίηση του Κυπριακού και εφάρμοσαν την πολιτική του ενεργού ηφαιστείου, γιατί επέλεξαν τη στρατηγική των πυραύλων S300 και οδήγησαν στα τραγικά επεισόδια της Δερύνειας, τα οποία παρ' ολίγον να προκαλούσαν νέα θερμή αντιπαράθεση.
Υπερασπιζόμενος τη δική του φιλοσοφία, ο κ. Κωνσταντινίδης, γι' αυτά και άλλα πολλά, όφειλε να ζητήσει εξηγήσεις από το κόμμα του. Και όχι από εμάς.
Εμείς, όπως το 1977, έτσι και σήμερα, επαναλαμβάνουμε και επανατονίζουμε: Ναι, είναι η ελληνοκυπριακή πλευρά, η οποία πρέπει να επείγεται για λύση και, με τους ανάλογους χειρισμούς, να φαίνεται και να είναι έτοιμη για λύση. Αλλά για δίκαιη και βιώσιμη λύση.
Όχι για λύση Ανάν, όχι για λύση που θα φέρει στη μήτρα της την καταστροφή του κυπριακού Ελληνισμού. Όχι για λύση τουρκική, όπως αυτή που συζητείται σήμερα. Όχι για οποιαδήποτε λύση. Αλλά από το 1974, μέχρι σήμερα, όλες οι ηγεσίες, δεν γνώριζαν ποια λύση θέλουν και ποιο θα είναι το περιεχόμενο αυτής της λύσης. Σπαταλούν τον χρόνο, διαπραγματευόμενοι μία λύση, την οποία άλλως πως εννοούν αυτοί, και άλλως πως οι Τούρκοι. Σπαταλούν τον χρόνο στη βάση μίας παλαιολιθικής στρατηγικής, η οποία για 42 χρόνια δοκιμάστηκε, απέτυχε και ακόμη πιστεύουν πως θα έχει αποτέλεσμα.
«Η κυπριακή ηγεσία μπορεί να αναπτύξει πρωτοβουλίες, που θα βοηθούσαν στην επίσπευση της λύσης», τόνιζε το άρθρο της «Σημερινής». Υπήρξε ποτέ ανάπτυξη τέτοιων πρωτοβουλιών, οι οποίες θα βοηθούσαν στην επίτευξη λύσης; Σπανίως ή ουδέποτε. Γνωρίζει το περιεχόμενο της λύσης που επιδιώκει; Ή το πλάθει στη φαντασία της; Το 1977 ενομιμοποιούντο οι πάντες να ζητούν αμοιβαίες παραχωρήσεις. Και η ελληνοκυπριακή πλευρά, έκαμε. Αποδεχόμενη τον λεγόμενο οδυνηρό συμβιβασμό.
Αλλά δεν έμεινε ώς εκεί. Προχώρησε πέραν της διζωνικής και, με συνεχείς παραχωρήσεις, έφθασε στα όρια της διζωνικής συνομοσπονδίας. Και σήμερα πλέει σε πελάγη ψευδαισθήσεων και ευσεβοποθισμών. Αναμένει, ακόμη, ύστερα από 42 χρόνια, έμπρακτα δείγματα τουρκικής πολιτικής. Μα δεν τα αντελήφθη εδώ και τρεις και πλέον δεκαετίες; Και αφού συμπεριφέρεται ως άπιστος Θωμάς, ο οποίος θέλει να θέσει τον δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων, γιατί δεν απαιτεί αμέσως διεθνή διάσκεψη για να πληροφορηθεί και επίσημα τις τουρκικές θέσεις στο εδαφικό, στο θέμα εγγυήσεων και στην αποχώρηση του τουρκικού στρατού; Γιατί επιμένει να σπαταλά τον χρόνο, διαπραγματευόμενη δευτερεύοντα και προ πολλού συμφωνηθέντα κεφάλαια;
Ο γράφων έχει διαφορετική θεώρηση για τον χρόνο. Ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος κανενός. Ο χρόνος είναι σύμμαχος εκείνου, ο οποίος γνωρίζει πώς να τον αξιοποιεί.




