Από τον Ντε Σότο, στον Ντάουνερ και τώρα στον Άιντα

Να το θεωρήσουμε πολιτική αφέλεια, ή άγνοια του τι συμβαίνει στα ενδότερα της Γενικής Γραμματείας των Ηνωμένων Εθνών; Πίστευαν πολλοί ότι αν εκδιώκαμε τον Αλεξάντερ Ντάουνερ, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ θα διόριζε στη θέση του κάποιο φιλέλληνα, ο οποίος θα πολιτευόταν στη βάση των αρχών του Διεθνούς Οργανισμού και πως «δεν θα χάριζε κάστανο» στην Τουρκία και στον Έρογλου.

Ο υπογράφων προειδοποίησε τότε ότι ακόμη και ο Ντάουνερ να έφευγε, στη θέση του θα διοριζόταν άλλος Ντάουνερ, με τις ίδιες αντιλήψεις για το Κυπριακό, με τις ίδιες ποντιοπιλατικές θέσεις και με την ίδια φιλοσοφία: Να τηρεί ίσες αποστάσεις από τον επιδρομέα και το θύμα, να επιχειρεί συγκάλυψη των τουρκικών προκλήσεων και των αδιάλλακτων πολιτικών, προκειμένου να διατηρεί εν ζωή ένα χρεοκοπημένο διάλογο και να δικαιολογεί τον μισθό του.

Δικαιωθήκαμε. Ο Αλεξάντερ Ντάουνερ έπρεπε να φύγει, διότι εκτός της προκλητικής συμπεριφοράς του, της συγκάλυψης της τουρκικής αδιαλλαξίας και των πονηρών μεθοδεύσεών του, αναμείχθηκε και στα εσωτερικά του πολιτικού συστήματος της Κύπρου, αφορίζοντας και χλευάζοντας όσους πολιτικούς ηγέτες δεν του ήταν αρεστοί. Δεν ετρέφαμε όμως καμία ελπίδα, ότι ο αντικαταστάτης του θα έφερνε νέο αέρα και θα συνηγορούσε υπέρ των αρχών δικαίου και των πάλαι ποτέ αξιών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η Γενική Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών ελέγχεται πλήρως από τους Αγγλοαμερικανούς. Αυτοί επιλέγουν τους ανθρώπους που θα αναλάβουν την ευθύνη της μεσολάβησης στο Κυπριακό, και συνήθως, αν όχι πάντοτε, επιλέγουν αυτούς που θα εξυπηρετήσουν την αγγλοαμερικανική πολιτική.

Ο κ. Έσπεν Μπαρθ Άιντα, ευθύς εξαρχής, κατέθεσε τα διαπιστευτήριά του. Αντιμετωπίζει το Κυπριακό, όπως θα αντιμετώπιζε μία ειρηνική διαφορά της Νορβηγίας με άλλο κράτος. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Κύπρο, επεχείρησε να παρομοιάσει το Κυπριακό με τις θαλάσσιες διαφορές Νορβηγίας-Σοβιετικής Ένωσης. Ούτε καν αντελήφθη, ή ηθέλησε να αντιληφθεί, ότι εδώ υπάρχει μία στρατιωτική κατοχή εδάφους ανεξάρτητης χώρας από άλλο κράτος.

Ούτε γνωρίζει ότι εδώ συνετελέσθησαν τεράστια εγκλήματα, τα οποία συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ούτε και σήμερα αδυνατεί, ή δεν θέλει, να αντιληφθεί, ότι εκδηλώνεται νέα τουρκική επιδρομή και παραβιάζονται βάναυσα τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ότι εάν η Κυπριακή Δημοκρατία διέθετε ισχυρό στρατό, θα απαντούσε διά των όπλων στην τουρκική επίθεση. Και δαπανάται ο κ. Άιντα στην κατάθεση «ιδεών», ίσων αποστάσεων μεταξύ επιδρομέα και θύτη, και παριστάνει, ως επιτήδειος ουδέτερος, τον ανήξερο, κινούμενος σε μία προσπάθεια εξαναγκασμού του θύματος, να οδηγηθεί ξανά στο τραπέζι των συνομιλιών, με αιχμάλωτα τα κυριαρχικά του δικαιώματα.

Όμως, πέραν αυτής της προκλητικής και απαράδεκτης συμπεριφοράς, ο Νορβηγός διπλωμάτης, προέβη και σε ένα απροκάλυπτο εκβιασμό. Μας κάλεσε να συναινέσουμε σε μία λύση, τώρα, «πριν αλλάξουν οι απόψεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για το θέμα».

Ποιο «θέμα»; Τη γενικότερη αντιμετώπιση του Κυπριακού; Και πώς; Θα τερματίσει τις «καλές υπηρεσίες» του Γ.Γ.; Θα δηλώσει ότι το Κυπριακό δεν λύεται και το κάθε μέρος δικαιούται να πάρει τον δρόμο που επιθυμεί; Ή, αν το «θέμα» είναι η τουρκική επιδρομή, το Συμβούλιο Ασφαλείας θα κάμει τι; Θα επικροτήσει την τουρκική επιδρομή, ή θα εγκρίνει ψήφισμα το οποίο θα καλεί το νόμιμο κράτος και το παράνομο έκτρωμα να συνεργασθούν για την από κοινού εξόρυξη και συνεκμετάλλευση των υδρογονανθράκων;

Να ξεκαθαρίσει ο κ. Άιντα ποια αλλαγή θα υπάρξει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, στη μέχρι τώρα στάση του, στο Κυπριακό. Να τον καλέσει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης να εξηγήσει και να διαφωτίσει.Ποιες θα είναι οι «νέες σκέψεις» του Συμβουλίου Ασφαλείας, αν δεν εξευρεθεί τώρα λύση;

ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ
Αδικήσαμε τον Γ. Λακκοτρύπη


Αδικήσαμε τον Υπουργό Ενέργειας Γιώργο Λακκοτρύπη στο χθεσινό άρθρο μας και του οφείλουμε απολογία. Μας παραπλάνησε και το σχετικό επίσημο ανακοινωθέν με τις δηλώσεις που έκαμε, μετά τη συνάντησή του με τον Αμερικανό Υφυπουργό Άμος Χόχσταϊν. Ο κ. Λακκοτρύπης ερωτήθηκε αν ο Αμερικανός αξιωματούχος τον βολιδοσκόπησε κατά πόσο η ελληνοκυπριακή πλευρά θα αποδεχόταν συζήτηση του θέματος του φυσικού αερίου στο τραπέζι των συνομιλιών και απάντησε «κατηγορηματικά όχι». Αναφερόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση και όχι σε γενικότερο ερώτημα, αν εκδηλώνονται αμερικανικές παρεμβάσεις με επίκεντρο αυτή την πρόταση. Συνεπώς το σχόλιό μας ήταν άδικο.