Άκουσα προσεκτικά τον ψυχίατρο των φυλακών Δρα Λούη Καριόλου: «Εγώ είμαι εκεί βράχος και δεν πουλιέμαι, δεν είμαι ρουφιάνος του συστήματος και κάνω θεραπεία. Αυτό σημαίνει ότι παρέχω ένα άσυλο στον κατάδικο, ώστε να μπορεί ν’ ανακουφιστεί και να εκφραστεί.

Διότι ο κρατούμενος έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα: ή να πάει με τους κρατούμενους, ή να γίνει ρουφιάνος της διοίκησης. Αλλά εγώ και η υπηρεσία των ψυχολόγων της φυλακής, είμαι η τρίτη επιλογή, που τον ανακουφίζω και τον βοηθώ να έχει αντιστάσεις - κι αυτό βέβαια δεν συμφέρει. Αυτό είναι το θέμα, ότι εμποδίζαμε να ισοπεδώνουν τους ανθρώπους».

Ο Δρ Καριόλου αναφερόταν βέβαια στους έγκλειστους θύτες, ως ψυχιατρικούς «πελάτες», και «θύματα» ενός παράλογου σωφρονιστικού συστήματος κι εγώ σκέφτηκα το παλιό ζήτημα της παράξενης έλξης και της γοητείας που οι φυλακισμένοι, ακόμα και οι πιο σκληροί εγκληματίες, ασκούν στους φιλελεύθερους διανοούμενους.

Θυμήθηκα ξανά τον διάσημο Αμερικανό συγγραφέα Νόρμαν Μέιλερ (Norman Mailer), που το 1980 πρωτοστάτησε μαζί με άλλους καλλιτέχνες, στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, στην εκστρατεία για την απελευθέρωση του φυλακισμένου για ανθρωποκτονία Τζακ Άμποτ (Jack Henry Abbott).

Το 1965 ο Άμποτ βρισκόταν σε φυλακή της Γιούτα, εκτίοντας ποινή πέντε χρόνων για πλαστογραφία. Εκεί σκότωσε έναν συγκρατούμενο με μαχαίρι, επειδή, κατά τον ίδιο, προσπάθησε να τον βιάσει. Του επιβλήθηκε πρόσθετη φυλάκιση τριών έως είκοσι χρόνων για τον φόνο, και το 1971 η ποινή του αυξήθηκε κατά δεκαεννιά επιπλέον χρόνια αφότου απέδρασε και λήστεψε μια τράπεζα στο Κολοράντο.

Ο Άμποτ είχε στείλει, από τη φυλακή, επιστολή στον Μέιλερ και προθυμοποιήθηκε να του δώσει υλικό για την ανυπόφορη ζωή και τις τραγικές συνθήκες των καταδίκων στις αμερικανικές φυλακές και για τα επόμενα τρία χρόνια αντάλλαξαν πολλές επιστολές. Μέσα από αυτές, ο συγγραφέας διαπίστωσε ότι ο κατάδικος είχε έμφυτο λογοτεχνικό ταλέντο και ασυνήθιστη πνευματική ισχύ και αποφάσισε να τον βοηθήσει να πάρει αναστολή της ποινής του και ν' αποφυλακιστεί, για να μπορέσει να ζει και να γράφει ελεύθερα.

Πραγματικά η εκστρατεία του, βασισμένη στην πεποίθηση ότι στο βάθος του «κακού» μπορεί κάτω από κάποιες συνθήκες να ανθίσει το «καλό», απέδωσε και έτσι ο Τζακ Άμποτ αποφυλακίστηκε το 1981 με αναστολή, μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του «Στην κοιλιά του κτήνους» (In the Belly of the Beast), που αποτελείτο από τα γράμματά του προς τον Μέιλερ. Στο βιβλίο, που έγινε δεχτό με ενθουσιασμό στους λογοτεχνικούς κύκλους των ΗΠΑ, ο Άμποτ υποστηρίζει τη θεωρία ότι οι εγκληματίες δεν γεννιούνται, αλλά «φτιάχνονται» από την κοινωνία και το δικαστικό σύστημα.

Όμως, μόλις έξι εβδομάδες μετά την απελευθέρωσή του, ο Τζακ Άμποτ πήγε σε ένα μικρό καφέ στο Μανχάταν. Εκεί τσακώθηκε με τον 22χρονο Ρίτσαρντ Άνταν, γιο του ιδιοκτήτη του μαγαζιού, επειδή ο Άνταν τού είπε ότι οι τουαλέτες ήταν μόνο για το προσωπικό. Εκτός εαυτού, ο Άμποτ δολοφόνησε τον Άνταν, μαχαιρώνοντάς τον στο στήθος. Φυλακίστηκε ξανά για το υπόλοιπο της ζωής του.

Τον Φεβρουάριο του 2002 ο Τζακ Άμποτ κρεμάστηκε στο κελί του, με θηλιά που έφτιαξε από τα σεντόνια και τα κορδόνια του.
Ο Νόρμαν Μέιλερ συγκλονίστηκε από τον θάνατό του, αλλά δεν έγραψε κανένα βιβλίο γι’ αυτόν.