Οι υπεύθυνοι της χοροεσπερίδας του κατεχόμενου χωριού της επαρχίας Αμμοχώστου με έβαλαν σε ένα τραπέζι όπου δεν γνώριζα κανέναν - βεβαίως, πέρα από κάποια επιφανειακή κοινωνική επαφή με τους διοργανωτές της εκδήλωσης, σε κανένα άλλο τραπέζι δεν γνώριζα οποιονδήποτε, αφού δεν κατάγομαι από την κοινότητα αυτή.

Όμως και ο διπλανός μου δεν φαινόταν να γνωρίζει και πολλούς, παρά το ότι γεννήθηκε και έζησε στο χωριό μέχρι τα 15 του, οπότε μετανάστευσε στην Αυστραλία - αρκετά χρόνια πριν από την εισβολή.

Ήταν ένας ροδοκόκκινος, γελαστός και ευκολοσχέτιστος άντρας 67 χρονών, όπως μου είπε, που έμοιαζε να βρίσκεται έξω από τα νερά του αφού δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τους περισσότερους συγχωριανούς του, ακόμα και αυτούς που έχουν πάνω-κάτω την ηλικία του.

Μου εξήγησε με απολογητική διάθεση -λες και ήμουν εκεί για να μετρήσω τη συχνότητα των επαφών του με τους άλλους- ότι οι καθημερινές βιοποριστικές ανάγκες και ευθύνες, όπως και η μετανάστευση και η γεωγραφική απόσταση βέβαια, τον κράτησαν μακριά από παλιούς φίλους και γνωστούς.

Μου ξανοίχτηκε και σε πιο προσωπικά του ζητήματα, όπως π.χ. ότι παντρεύτηκε δύο φορές και ότι έχει μια μικρή κόρη 13 χρονών από τον δεύτερο γάμο του.

Χαρακτήρισε αυτόν τον δεύτερο γάμο επιτυχημένο και σταθερό που, όπως διευκρίνισε εξομολογητικά και συνωμοτικά, έβαλε και τέρμα στις προηγούμενες δονζουανικές του συνήθειες...

Πέρασαν πολλοί συγχωριανοί του μπροστά από το τραπέζι μας κι έπιασε κουβέντα μαζί τους. Σε πολλές περιπτώσεις, για να αλληλο-αναγνωριστούν, έπρεπε να επικαλεστούν τους μακαρίτες τούς γονιούς τους, ή την ακριβή τοποθεσία του σπιτιού τους στο χωριό.

Με κάποιον τρόπο, όμως, αν και συμπεριφερόταν με κοινωνικότητα και αυθορμητισμό, έδινε την εντύπωση ότι ήταν μακριά από όλα και όλους γύρω του.

Κάποια στιγμή τον πλησίασε ένας πρώην συμμαθητής του από το δημοτικό, ένας δυσκίνητος χοντρός γέρος, ήρεμος και γλυκομίλητος. Μου είπε ότι, «τότε», ήταν ο πιο «νευρικός και δυνατός της τάξης» και ότι, όταν ήταν παιδιά, επιδίωκε την παρέα του γιατί ένιωθε ασφάλεια κοντά του.

«Κοίταξε πώς έγινε τώρα», πρόσθεσε. «Φοβούμαι τα γηρατειά, σε αλλάζουν και σε παραμορφώνουν», μου ψιθύρισε αναστενάζοντας.

Τα χείλη του τρεμούλιαζαν και τα μάτια του ήταν υγρά.

Παρά τα αγκαλιάσματα, τις διαχύσεις και τις θερμές χειραψίες που προηγήθηκαν και ακολούθησαν, ήταν η μοναδική στιγμή σε ολόκληρη τη νύχτα που νομίζω ότι επικοινώνησε με κάποιον πραγματικά.

Ένιωσα τη σκέψη του, αληθινή, σκληρή και χειροπιαστή, να κυλά ανάμεσα στα μαχαιροπίρουνα και να χάνεται μέσα στο αχνιστό πιάτο με τη σούπα, πριν τη δει οποιοσδήποτε άλλος από τους φλύαρους και θορυβώδεις συνδαιτυμόνες.