Οι γιορτές έφεραν στη Λευκωσία απ’ το Λονδίνο τους καλούς μου φίλους, τη Μαρίνα και τον Τόνι. Δεν πρόλαβα δυστυχώς να τους δω πέρα από δυο φορές, στη νέα καφετερία απέναντι από την Κεντρική.

Και τη δεύτερη φορά δεν άντεξα, τους ρώτησα αν θυμούνται εκείνο το βράδυ Παρασκευής πριν από τέσσερα χρόνια, που ήμουν στο Λονδίνο και που είχαμε φύγει από εκείνο το εστιατόριο και λίγο πριν το Wood Green πέσαμε πάνω σε τροχαίο μποτιλιάρισμα... Είχα μισοξαπλώσει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου κι απολάμβανα την τζαζ στο ραδιόφωνο, καθώς η Μαρίνα οδηγούσε με πρώτη και δεύτερη και ο Τόνι δίπλα της φαινόταν ήδη να κοιμάται.

Ξέχασα να σας πω ότι ο Τόνι και η Μαρίνα είναι ανδρόγυνο, γεννημένοι στην Αγγλία, εκείνος πενηντάρης, εκείνη κοντά στα σαρανταπέντε, ωραίο ζευγάρι με γυμνασμένα σώματα, από αυτούς που πάνε αναρριχήσεις τα σαββατοκύριακα και τρώνε μόνο χόρτα, σπόρους και μαύρο ψωμί, καθηγητές και οι δύο σε δημόσια σχολεία του Λονδίνου.

Οπότε λοιπόν άρχισε ο Τόνι μια κουβέντα για μια συνάντηση που είχε το πρωί στη στάση του λεωφορείου με μια τριαντάρα, που πρώτη φορά είδε στη γειτονιά. Είπε ότι ήταν παράξενη η στιγμή που κοιτάχτηκαν στα μάτια, μια μαγική στιγμή από αυτές που δεν συμβαίνουν συχνά κάτω από αυτόν τον ουρανό.

Ξύπνησα για τα καλά κι ανακάθισα για να ακούσω καλύτερα τη συνέχεια και κοίταξα τη Μαρίνα, που ήταν επίσης όλο αφτιά και που ρώτησε τον Τόνι αν ήταν όμορφη η κοπέλα.

Ο Τόνι της είπε ότι δεν θυμάται καν το πρόσωπό της, δεν θυμάται πώς έμοιαζε, δεν θυμάται τι ρούχα φορούσε, θυμάται μόνο πως ήταν ντυμένη με γούστο και είχε κόκκινα μαλλιά και φωτεινό χαμόγελο.

Πρόσθεσε ότι δεν ήξερε αν ήταν χαμόγελο έρωτα, ήταν πάντως χαμόγελο εμπιστοσύνης και οικειότητας σε αυτήν την πόλη όπου κανένας δεν εμπιστεύεται και δεν νιώθει οικείος με κανέναν.

Ο Τόνι είπε ότι πρόλαβαν να μιλήσουν μόνο για μερικά δευτερόλεπτα σαν να γνωρίζονταν για χρόνια. Του είπε ότι είναι από την Ιρλανδία και ότι επισκεπτόταν κάποιους συγγενείς, κι ύστερα ήρθε το λεωφορείο - το 221 - κι ανέβηκε διστακτική κι αμήχανη, καθώς εκείνος έμεινε πίσω περιμένοντας το 134.

Διερωτήθηκε ο Τόνι τι έγινε στη στάση με αυτήν την κοπέλα που μάλλον δεν πρόκειται να ξαναδεί στη ζωή του και η Μαρίνα του είπε ότι αυτό που έγινε ήταν χημεία, και ο Τόνι συμφώνησε, ναι, αυτό που έγινε ήταν χημεία.

Φτάσαμε στο μεταξύ στο σπίτι μου και τους καληνύχτισα, και την επομένη ο Τόνι μού είπε ότι τη νύχτα έκαναν με τη Μαρίνα ένα παθιασμένο σεξ, που είχαν πολύ καιρό να κάνουν.

Σκέφτηκα ότι αυτό κι αν ήταν χημεία.

Και, ναι, μου είπαν πως θυμούνται έντονα εκείνο το βράδυ στο Wood Green - τι είπαν και τι έκαναν με κάθε λεπτομέρεια...

Σκέφτηκα ότι η χημεία είναι ό,τι πρέπει ενάντια στη λήθη.