Πέρασα δίπλα του μπαίνοντας στην καφετερία του μεγάλου πεζόδρομου. Καθόταν στο πεζοδρόμιο με τη ράχη του να ακουμπά στον τοίχο του διπλανού καταστήματος και χαμογελούσε πλατιά στους περαστικούς.
Μπροστά του είχε απλωμένα κάμποσα φτηνά υλικά - νάιλον σακούλες, μικρά πλαστικά δοχεία γεμάτα νερομπογιές και πολλά χρωματιστά μολύβια.
Οι μοναδικές στιγμές που σοβάρευε το πρόσωπό του, ήταν όταν έσκυβε εντατικά και με απρόβλεπτη προσήλωση πάνω από ένα μεγάλο τετράδιο ιχνογραφίας.
Κοντοστάθηκα και κοίταξα καλύτερα: ζωγράφιζε έναν μεγάλο εντυπωσιακό κίτρινο ήλιο. Ψιλόβρεχε και ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και σκοτεινός, αλλά ο ρακένδυτος άντρας, που κοιμάται στον δρόμο και δεν έχει σπίτι, ούτε εργασία, τον έβλεπε ηλιόλουστο.
Έσπευσα σε ένα από τα άδεια τραπέζια κοντά στην τζαμαρία για να μπορώ να τον παρακολουθώ και παρήγγειλα τη ζεστή μου σοκολάτα. Τα πλήθη που βγήκαν για τα ψώνια των γιορτών, τον προσπερνούσαν βιαστικά και κάποιοι μόλις που του έριχναν μια ματιά, βυθισμένοι στις σκέψεις τους και συνοφρυωμένοι σαν τον ουρανό μας των τελευταίων ημερών.
Πολλοί όμως ανταποκρίνονταν στο γέλιο του και του χαμογελούσαν πίσω - η ηρεμία, η χαλαρότητα και η καλοσύνη του είχαν μιαν απίθανη μεταδοτικότητα και τα κλειστά πρόσωπα άνοιγαν μόλις το βλέμμα τους έπεφτε πάνω του. Μερικοί τού άφηναν κάποιο νόμισμα αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι όλα αυτά τα έκανε για να ζητιανέψει χρήματα.
Στα παιδιά ασκούσε μιαν ακαταμάχητη σαγήνη. Σταματούσαν και τον έπιαναν κουβέντα.
Μελετούσαν τις ζωγραφιές του.
Μερικά πήραν χρώματα και επεξεργάστηκαν μαζί του κάποιο σχέδιο.
Μια παρέα δεκάχρονων αγοριών χασομέρησαν περισσότερο και του έκαναν παρέα για τουλάχιστον μισή ώρα. Έφυγαν αφού χάρισε στο καθένα από μια κόλλα γεμάτη πολύχρωμη φύση και ηλιόλουστα τοπία.
Ρώτησα τον σερβιτόρο αν τον είχε ξαναδεί στη γειτονιά. Αντί απάντησης, μου είπε χολωμένος ότι «τέτοιους τύπους έπρεπε το Δημαρχείο να τους μαζεύει» - σαφώς εννοούσε όπως μαζεύει τα υπόλοιπα σκουπίδια. Ο άνθρωπος προφανώς δεν ήθελε να δει, να καταλάβει και να νιώσει τίποτε πέρα από παράλογο θυμό, αλλά η κακή του διάθεση δεν μου χάλασε το κέφι.
Περπάτησα έξω στην γκρίζα μέρα και, παρόλη τη μαυρίλα, είχα την εντύπωση ότι από πάνω μου μεσουρανούσε ο μεγάλος κίτρινος ήλιος που είδα λίγο πριν σ' εκείνο το τσαλακωμένο, ανεμοδαρμένο, καταξεσχισμένο τετράδιο ιχνογραφίας.
Ο μεγάλος κίτρινος ήλιος που είδα λίγο πριν σε εκείνο το τσαλακωμένο, ανεμοδαρμένο, καταξεσχισμένο πρόσωπο.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




